ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Εφεση, Επιδόσεις

ΑΠ 221/2017

Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή και δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η σχετική προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ΚΠΔ. Διαφορετικά, σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠΔ, επέρχεται ακυρότητα της επίδοσης που εμποδίζει την κίνηση και συμπλήρωση της προθεσμίας για άσκηση της έφεσης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. β΄ του ΚΠΔ, αν αυτός που ενεργεί την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου, όπου ασκεί το επάγγελμά του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους οι οποίοι, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο. Επίσης, κατά την παρ. 1 εδ. γ΄ του ίδιου άρθρου, αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή ο θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδ. β΄ και γ΄ αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται το αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου. Σ’ αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 του ΚΠΔ, για την επίδοση των άρθρων 155-158 του ΚΠΔ αυτός που την ενεργεί συντάσσει στον τόπο επίδοσης αποδεικτικό, στο οποίο πρέπει να σημειώνονται όλα τα στοιχεία που μνημονεύονται στη σχετική παράγραφο και το οποίο υπογράφεται από αυτόν που επιδίδει το έγγραφο, από αυτόν που το παραλαμβάνει και από τον μάρτυρα που προσλήφθηκε για τη διενέργεια της επίδοσης με θυροκόλληση. Τυχόν ελλείψεις του αποδεικτικού, που αφορούν τα στοιχεία αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας και το επάγγελμα του μάρτυρα που προσλήφθηκε για την επίδοση με θυροκόλληση, επιφέρουν σχετική ακυρότητα της επίδοσης, η οποία καλύπτεται αν δεν προβληθεί έγκαιρα (άρθρα 173 και 174 ΚΠΔ). Ως υπογραφή νοείται η ιδιόχειρη αναγραφή του ονόματος και του επωνύμου προσώπου, η οποία μπορεί να είναι απλή, περίπλοκη ή ελλειπτική (παράλειψη φθόγγων ή συλλαβών) σε βαθμό που να επιτρέπει τη διακρίβωση της ταυτότητας του υπογραφέα, και δεν αναπληρώνεται από μόνη τη μονογραφή, η οποία δεν έχει τέτοια (διακριβωτική) ικανότητα.

……..η οικεία αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αποδεικτικού επίδοσης της πρωτόδικης απόφασης που υπάρχει στον φάκελο της δικογραφίας, η επίδοση, λόγω απουσίας του κατηγορουμένου από τον τόπο της εργασίας του, έγινε με θυροκόλληση, χωρίς να αναγράφεται στο αποδεικτικό επίδοσης η διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, ο οποίος προσλήφθηκε από τη δικαστική επιμελήτρια γι’ αυτόν τον σκοπό, αλλά και χωρίς να σημειώνεται στην έκθεση επίδοσης η υπογραφή αυτού, η οποία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τη μονογραφή που έχει τεθεί στην οικεία θέση, με συνέπεια να μην υπάρχει βεβαιότητα ως προς την ταυτότητα του μάρτυρα και ως προς τη σύννομη διενέργεια της επίδοσης με θυροκόλληση. Έτσι, η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος είναι άκυρη, η δε σχετική ακυρότητα δεν καλύφθηκε, αφού προβλήθηκε με ειδικό λόγο έφεσης και υποστηρίχτηκε κατά την εφετειακή δίκη. Συνεπώς, η επίμαχη επίδοση θεωρείται σαν να μην έγινε και δεν επέφερε την έναρξη της δεκαήμερης προθεσμίας για άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Συνακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι είναι έγκυρη η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, χωρίς να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και απορρίπτοντας στη συνέχεια την έφεση του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας.

Στην περίπτωση που ο εκκαλών κλητεύτηκε με κλήση προς συζήτηση της έφεσής του, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, η οποία απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλήτευσής του και η χρονολογία τούτου, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευσή του κατά το άρθρο 166 ΚΠΔ, ενώ στην περίπτωση αναβολής σε ρητή δικάσιμο με απόφαση του δικαστηρίου λόγω σημαντικών αιτιών, αρκεί για την αιτιολογία της ίδιας απόφασης η μνεία της αναβλητικής απόφασης και ότι με αυτή αναβλήθηκε η εκδίκαση της έφεσης και ορίστηκε ως ρητή δικάσιμος η ημέρα συζητήσεως κατά την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη (ΑΠ 518/2004 Ποιν.Δικ.2004:875).

Όταν το Εφετείο απορρίπτει ως ανυποστήρικτη την έφεση του μη εμφανισθέντος κατηγορουμένου κατά καταδικαστικής απόφασης για πλημμέλημα που τελέστηκε σε χρόνο που απέχει από το χρόνο εκδίκασης περισσότερο από πέντε και λιγότερο από οκτώ έτη δεν υποχρεούται να ερευνήσει αν η πενταετής προθεσμία της παραγραφής έχει ανασταλεί κατ’άρθρο 113 ΠΚ, εκτός εάν ο εκκαλών προβάλλει με την έφεσή του ειδικό λόγο περί μη αναστολής της παραγραφής (ΑΠ 1342/2003 Ποιν.Δικ.2004:105).

Όταν έχει μεταβληθεί η κατοικία του κατηγορουμένου-εκκαλούντος χωρίς αυτό να δηλωθεί αρμοδίως γίνεται θυροκόλληση και επίδοση στον διορισμένο αντίκλητο, δεν απαιτείται η αναζήτηση των αναφερομένων στο άρθρο 155παρ.2 εδ.β’ Κ.Π.Δ προσώπων (ΑΠ 1770/2001 Ποιν.Δικ.2002:230).

Η εσφαλμένη αναφορά της οδού στην οποία έγινε η επίδοση δεν επιφέρει ακυρότητα αφού δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ότι η επίδοση έγινε στη σωστή διεύθυνση, γεγονός που προκύπτει από το ότι η επιδοθείσα απόφαση παραλήφθηκε από τη μητέρα του κατηγορουμένου, η οποία πράγματι κατοικεί στη διεύθυνση που είχε δηλώσει ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω η αναφορά στο αποδεικτικό επίδοσης ότι η μητέρα του κατηγορουμένου ήταν σύνοικος αυτού έγινε κατόπιν δήλωσης αυτής προς το όργανο της επίδοσης και με την υπογραφή της στο αποδεικτικό βεβαίωσε την ιδιότητα αυτή (ΣυμβΑΠ 477/2005 Ποιν.Δικ.2005:927).

Σε περίπτωση που η απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσίοντα λόγω απουσίας του σε σύνοικό του, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αποδεικτικό επίδοσης σε ποιον αριθμό της οδού, όπου έγινε η επίδοση, μετέβη το όργανο επίδοσης, η σχετική επίδοση δεν είναι σύννομη θεωρούμενη ως μη γενόμενη (ΣυμβΑΠ 1937/2007 Ποιν.Δικ.2008,σελ.661).

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ήταν γνωστής διαμονής διότι φιλοξενούνταν στην κατοικία της μητέρας του απορρίπτεται διότι το γεγονός αυτό δεν ήταν γνωστό στις αρμόδιες για την επίδοση αρχές, ούτε ήταν δυνατό το αρμόδιο όργανο, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιμέλεια, να πληροφορηθεί ότι αυτός διέμενε στην οικία της μητέρας του (ΑΠ 370/2003 Ποιν.Δικ.2003:858).

Η επίδοση στον αντίκλητο γίνεται χρονικώς μετά την επίδοση με θυροκόλληση στον κατηγορούμενο και όχι πριν από την τελευταία. Έτσι εν προκειμένω, δεδομένου ότι η γενόμενη στον αντίκλητο του αναιρεσείοντος επίδοση του προσβαλλόμενου βουλεύματος προηγήθηκε χρονικά εκείνης προς τον αναιρεσείοντα, αυτή δεν είναι νόμιμη και συνεπώς δεν άρχισε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης, η οποία για το λόγο αυτό είναι εμπρόθεσμη και ως εκ τούτου τυπικά παραδεκτή (ΣυμβΑΠ 2303/2005 Ποιν.Δικ.2006:655).

Αν ο κλητευόμενος διαμένει στην αλλοδαπή, η επίδοση γίνεται στο συνήγορο ή τον αντίκλητό του, για να γίνει δε η επίδοση στο γραμματέα της Εισαγγελίας, πρέπει μεταξύ άλλων, να έχει παύσει η ιδιότητα του διορισθέντος αντικλήτου και ο αντίκλητος να έχει δηλώσει στον εν λόγω γραμματέα τη λήξη της εντολής με τον κατηγορούμενο, διαφορετικά διατηρεί την ιδιότητα του αντικλήτου και εγκύρως γίνονται οι επιδόσεις σε αυτόν για τον κατηγορούμενο που έχει δηλώσει κατοικία ή διαμονή στο εξωτερικό (ΑΠ 449/2006 Ποιν.Δικ.2006:1066).

ΑΠ 525/2015 

 

Αιτιολογημένη απόρριψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της έφεσης του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αιτιολογημένες παραδοχές περί του ότι δεν συνέτρεξαν για την εκπρόθεσμη άσκησή της λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, δεδομένου ότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι η σύνοικος μητέρα του αναιρεσείοντος, η οποία πράγματι πάσχει από χρόνια κατάθλιψη και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, δεν τον ειδοποίησε για την επίδοση σε αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε το ότι τυγχάνει οδηγός λεωφορείου και ταξιδεύει σε περιοχές εκτός του τόπου κατοικίας του συνιστά λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ενώ σε κάθε περίπτωση έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως κατά τη σύλληψή του. Επίσης με πλήρη και ορθή αιτιολογία αντικρούεται ο νομικός ισχυρισμός του ότι η έφεσή του ασκήθηκε εμπροθέσμως, διότι η προθεσμία αυτής ανεστάλη με την άσκηση εκ μέρους του αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας της εκκαλουμένης αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του, η οποία απορρίφθηκε από το δικαστήριο των τακτικών Δικαστών του ΜΟΔ Αθηνών ως εκπρόθεσμη, καθ’ όσον κατά την τελολογική ερμηνεία του άρθρου 435 ΚΠΔ η αναστολή της προθεσμίας της εφέσεως προϋποθέτει εμπρόθεσμη άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας και κατ’ ουσίαν απόρριψη αυτής και όχι εκπρόθεσμη άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας και απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης.

ΑΠ 1563/2016

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γʼ του Κ.Π.Δ., για να εισαχθεί προς συζήτηση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να κλητεύσει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και εντός της προθεσμίας του άρθρου 166. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 155 παρ. 1, 2 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης στον αναιρεσείοντα, αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ίδιος ή κάποιος σύνοικός του ή οικιακός βοηθός του ή θυρωρός, γίνεται με θυροκόλληση. Η επίδοση δε αυτή στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση είναι έγκυρη μόνο όταν γίνει στην αναφερόμενη στην έκθεση αναίρεσης (ή στη μεταγενέστερα νομίμως δηλωθείσα, οπότε ισχύει η μεταγενέστερα δηλωθείσα) κατοικία του και όχι σε οιαδήποτε άλλη διεύθυνση κατοικίας ή εργασίας του και επί πλέον επακολουθήσει νομότυπη κλήτευση και του τυχόν διορισθέντος αντικλήτου, δικηγόρου ή μη, του αναιρεσείοντος. Στην περίπτωση δε που, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 εδ. εʼ και στʼ του Κ.Π.Δ., ο κατηγορούμενος δηλώσει αρχικά ή μεταγενέστερα διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του στην αλλοδαπή, οι επιδόσεις που αναφέρονται στο εδάφιο γʼ της παραγράφου αυτής γίνονται μόνο είτε στο συνήγορο που διορίστηκε κατά το άρθρο 96 παρ. 1 (και, αν οι συνήγοροι είναι περισσότεροι, σε έναν από αυτούς) είτε στον αντίκλητο που διορίστηκε σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις (Α.Π. 309/2016). Στις περιπτώσεις αυτές τα αποτελέσματα της επίδοσης της κλήσης αρχίζουν από την επίδοσή της στον αντίκλητο. Αν δεν γίνει νομότυπη κατά τα ανωτέρω επίδοση της κλήσης για συζήτηση της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα, έστω και αν η διαμονή του είναι πραγματικά άγνωστη, η επίδοση στον αντίκλητο μόνο δεν παράγει αποτελέσματα και οφείλει ο ’ρειος Πάγος να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο προς συζήτηση της από 16-9-2015 και με αριθμό έκθεσης .../2015 αίτησής του για αναίρεση της 1518/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών που ανεστάλη επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε λαθρεμπορία από την οποία το Δημόσιο στερήθηκε δασμούς που υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ. Από δε την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κλητεύθηκε για να παραστεί στο δικαστήριο αυτό κατά την ανωτέρω δικάσιμο προς συζήτηση της ως άνω αιτήσεώς του, με την επίδοση σε αυτόν κατά τον ανωτέρω υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο της 134/11-2-2016 κλήσεως της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στη δηλωθείσα από τον ίδιο με την κρινόμενη αίτηση διεύθυνση κατοικίας του στις "...", στην .... Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε στις αρμόδιες δικαστικές αρχές, κατά τον οριζόμενο από το νόμο τρόπο, μεταβολή του τόπου της κατοικίας του αναιρεσείοντος λόγω μετοίκησής του από την ανωτέρω δηλωθείσα από τον ίδιο διεύθυνση στο εξωτερικό και δη στην Ινδία. Το βεβαιούμενο με την από 16-2-2016 έγγραφη βεβαίωση του επιμελητή δικαστηρίων του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας Μ. Μ. ότι, ως πληροφορήθηκε (προδήλως κατά την μετάβασή του στην ανωτέρω κατοικία του αναιρεσείοντα προς επίδοση της εν λόγω κλήσης), ο αναιρεσείων από τα μέσα Νοεμβρίου 2015 έχει μετοικήσει στην Ινδία, δεν καθιστά νόμιμη την κλήτευση του αναιρεσείοντος με μόνη την επίδοση της κλήσης στον διορισθέντα από αυτόν με την έκθεση αναίρεσης αντίκλητό του δικηγόρο ..., όπως το τελευταίο αυτό προκύπτει από το από 26-2-2016 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ.. Κατʼ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης λόγω της μη νόμιμης κλήτευσης του αναιρεσείοντος.

Αρμοδιότητα, Συνάφεια

Αρμοδιότητα

ΔιατΕισΑΠ 858/2009 [Κατά τόπον αναρμοδιότητα - Ενέργειες Εισαγγελέα]

Διατάξεις: άρθρο 126 [παρ. 1 εδ. β΄] ΚΠΔ

Κατά τόπον αναρμοδιότητα, Ενέργειες Εισαγγελέα

Όταν η κατά τόπον αναρμοδιότητα ανακύψει πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, εάν μεν συνεχίζεται η προκαταρκτική εξέταση ή η προανάκριση, ο Εισαγγελέας, αφού αναγνωρίσει την αναρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στον κατά την κρίση του αρμόδιο Εισαγγελέα, ο οποίος αν δεν συμφωνήσει πρέπει ή να επιστρέψει την υπόθεση στον διαβιβάσαντα Εισαγγελέα ή να υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο, ζητώντας να κηρύξει την εαυτού και των ανακριτικών αρχών της περιφερείας του αναρμοδιότητα και να παραπέμψει την υπόθεση στον πρώτο Εισαγγελέα. Εάν όμως επιστρέψει απ’ ευθείας την υπόθεση στον πρώτο Εισαγγελέα, αυτός οφείλει πλέον, εάν εμμένει στη γνώμη του, να προκαλέσει απόφαση του δικαστικού Συμβουλίου σχετικά με την αναρμοδιότητα. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 132 ΚΠΔ περί κανονισμού αρμοδιότητας.

 

Προς τον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

Σας επιστρέφομεν την δικογραφίαν που υπεβλήθη εις ημάς, διά της υπ' αριθμ. πρωτ. 1371/2009 αιτήσεώς σας περί κανονισμού αρμοδιότητος (άρθρο 132 ΚΠΔ search).

Κατά την διάταξιν του άρθρου 126 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠΔ search, το δικαστήριον, ή κατά την ανάκρισιν το δικαστικόν Συμβούλιον, διαρκούσης δε της προανακρίσεως ο Εισαγγελεύς, αναγνωρίζων την εαυτού αναρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεσιν εις το κατά τα προηγούμενα άρθρα αρμόδιον δικαστήριον ή Εισαγγελέα. Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι, όταν η κατά τόπον αναρμοδιότης ανακύψη προ της εισαγωγής της υποθέσεως εις το ακροατήριον, εάν μεν συνεχίζεται η προκαταρκτική εξέτασις ή προανάκρισις, ο Εισαγγελεύς, αναγνωρίζων την αναρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεσιν εις τον κατά την κρίσιν του αρμόδιον Εισαγγελέα. Ο Εισαγγελεύς, εις τον οποίον παρεπέμφθη η υπόθεσις, αν δεν συμφωνήση πρέπει ή να επιστρέψη την υπόθεσιν εις τον διαβιβάσαντα εις αυτόν ταύτην, ή να υποβάλη την γνώμην του εις το Συμβούλιον παρά το οποίον διατελεί, ζητών να κηρύξη την εαυτού και των ανακριτικών αρχών της περιφερείας του αναρμοδιότητα και να παραπέμψη την υπόθεσιν εις τον πρώτον Εισαγγελέα. Εάν όμως επιστρέψη απ' ευθείας την υπόθεσιν εις τον πρώτον Εισαγγελέα, αυτός οφείλει πλέον, εάν εμμένη εις την γνώμην του, να προκαλέση απόφασιν του δικαστικού Συμβουλίου σχετικώς με την αναρμοδιότητα (Μπουρόπουλος, Ερμ. ΚΠΔ έκδ. β΄, τομ. α΄ σελ. 184 σημ. 6, Ζαχαροπ., Ελλην.Ποιν.Δικονομία έκδ. 1950, σελ. 423-424). Συνεπώς εις την περίπτωσιν αυτήν δεν υφίσταται πεδίον εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 132 ΚΠΔ searchπερί κανονισμού αρμοδιότητος.

Εν προκειμένω διεβιβάσατε την ανωτέρω δικογραφίαν επί της οποίας είχατε διενεργήσει προκαταρκτικήν εξέτασιν εις τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κρίναντες ότι υφίσταται κατά τόπον αρμοδιότης τούτου επί της προκειμένης υποθέσεως, η οποία δεν υπήρχε παρ' υμίν. Αυτός όμως δεν συνεφώνησεν, επειδή έκρινεν ότι ήτο αναρμόδιος και ότι αρμόδιος κατά τόπον είσθε εσείς, δι' αυτό και επέστρεψε την δικογραφίαν εις υμάς. Εν όψει όσων εξετέθησαν δεν υφίσταται πεδίον εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 132 ΚΠΔ searchπερί κανονισμού αρμοδιότητος, αλλά εφ' όσον εμμένετε εις την γνώμην σας πρέπει, ασκούντες προηγουμένως την δέουσαν ποινικήν δίωξιν, να προκαλέσετε απόφασιν του δικαστικού Συμβουλίου παρά το οποίον διατελείτε σχετικώς με την αναρμοδιότητα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ανδρέας Ζύγουρας

 

 

Κατά τόπο (αν)αρμοδιότητα

Ι. Ο δικαστικός έλεγχος της τοπικής αρμοδιότητας πραγματοποιείται ύστερα είτε από σχετική ένσταση κάποιου από τους διαδίκους .Γίνεται δεκτό οτι ο ως άνω έλεγχος μπορεί να γίνει και αυτεπάγγελτα από τον εισαγγελέα κατά τη διάρκεια της προανακρίσεως

II. Η δικονομική μεταχείριση της τοπικής είναι πρόδηλα διαφορετική από την αντίστοιχη της υλικής αρμοδιότητας. Ο δικαστικός έλεγχος της τελευταίας συντελείται αυτεπάγγελτα ή ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα ή των διαδίκων σε κάθε στάδιο της δίκης (: άρθρο 120 παρ. 1 ΚΠΔ). Η δεδομένη ετερότητα στη στάση του νομοθέτη οφείλεται στην εκτίμηση ότι η κατά τόπον αρμοδιότητα δεν έχει τη σημασία της καθ’ ύλην αρμοδιότητας (: ΑιτΕκθΣχΚΠΔ, σελ. 423, Καίσαρης, ό.π., Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 1998, σελ. 181, Μαργαρίτης, ό.π.) Επισημαίνεται, πάντως, ότι η τοπική αρμοδιότητα (: όπως και η υλική) αποτελεί θεσμό δημοσίας τάξεως και κατά συνέπεια είναι ανεπίτρεπτη η τροποποίηση των διατάξεων που τη διέπουν με συμφωνία των διαδίκων (: Ζησιάδης, ό.π., σελ. 627, Μαργαρίτης, ό.π.).

III. Το έσχατο χρονικό σημείο προτάσεως της ενστάσεως τοπικής αναρμοδιότητας είναι (: άρθρο 126 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ), καταρχήν, η σε πρώτο βαθμό έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο - δηλαδή η σε πρώτο βαθμό εξέταση του πρώτου αποδεικτικού μέσου (: Καίσαρης, ό.π., Μαργαρίτης, ό.π., Τούσης, ό.π.). Αναφορικά με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠΔ επισημαίνονται αναλυτικότερα τα ακόλουθα:

i)                    Το δικαστήριο οφείλει, αν προβληθεί ένσταση αναρμοδιότητας, αμέσως να αποφανθεί· επιφύλαξη για έκδοση αποφάσεως επί της ενστάσεως είναι τότε και μόνον τότε είναι θεμιτή εάν η κρίση του ζητήματος συνδέεται αναπόσπαστα με την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως-όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που αμφισβητείται ο τόπος τελέσεως της πράξεως, ή της κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου

ii)                   ii) Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνον η εγκαίρως σε πρώτο βαθμό προταθείσα και μη γενομένη δεκτή ένσταση αναρμοδιότητας μπορεί καταρχήν να (επανα)προβληθεί

iii)                 Κατ’ εξαίρεση είναι παραδεκτή η προβολή της ενστάσεως τοπικής αναρμοδιότητας το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σε δύο περιπτώσεις, ήτοι: Πρώτον, αν οι λόγοι που στηρίζουν την τοπική αναρμοδιότητα προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο είτε σε πρώτο είτε, ακόμη, και σε δεύτερο βαθμό με επιχείρημα από το θεμελιώδες αξίωμα «ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα» (: ΑΠ 289/1978 ΠοινΧρ 1978,510, Δέδες, Ποινική Δικονομία, 1990, σελ. 181, Καρράς, ό.π., Μαργαρίτης, ό.π.). Δεύτερον, αν η μη προβολή της αστικής ενστάσεως σε πρώτο βαθμό οφείλεται σε παράνομη ερημοδικία (=μη κλήτευσή του ή μη νόμιμη κλήτευσή του) του κατηγορουμένου (: Καρράς, Η παράνομη «ερημοδικία» του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, ΜΝΗΜΗ: Χωραφά-Γάφου-Γαρδίκη, τόμ. Β΄, 1986, σελ. 19 επ.).

IV. Ζήτημα ανακύπτει σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος απουσιάζει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό. Μπορεί, άραγε, γι' αυτόν τον λόγο να προτείνει τη σχετική ένσταση το πρώτον σε δεύτερο βαθμό; Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι καταρχήν αρνητική· η ρύθμιση του άρθρου 126 παρ. 1 ΚΠΔ δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε παρόντα και απόντα κατηγορούμενο, σε αντίθεση μ’ εκείνη του άρθρου 174 παρ. 2 ΚΠΔ που συνδέει τη θεραπεία των εκεί αναφερόμενων ακυροτήτων με την εμφάνιση του ενδιαφερομένου. Διαφορετική λύση μπορεί να γίνει δεκτή μόνον όταν συντρέχει κάποια από τις δύο ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις (: Μαργαρίτης, ό.π.)

V. Τοπική αναρμοδιότητα, μη προταθείσα κατά τα προηγούμενα, καλύπτεται ( ΑΠ 375/1994 Υπερ 1994,1036, ΑΠ 91/1996 ΝοΒ 1997,24, ΑΠ 115/2003 ΠΛογ 2003,140).

VI. Στον χώρο της προδικασίας η κήρυξη της κατά τόπον αναρμοδιότητας γίνεται με διάταξη του εισαγγελέα στο στάδιο της προανακρίσεως (: στο ίδιο στάδιο μπορεί να γίνει και με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου αν ο εισαγγελέας έχει αμφιβολίες· βλ. Δημήτραινα, ό.π., Μπουρόπουλο, ό.π.) ή με βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου στο στάδιο της κύριας ανακρίσεως ή μετά το πέρας αυτής (: Δημήτραινας, ό.π.). Σημειώνεται σε τούτο το σημείο πως η προαναφερθείσα από τον εισαγγελέα ή το δικαστικό συμβούλιο συνοδεύεται από την ταυτόχρονη παραπομπή στον, κατά την κρίση του εισαγγελέα ή του συμβουλίου, συγκεκριμένα αρμόδιο εισαγγελέα (: ΑιτΕκθΣχΚΠΔ, σελ. 423, Δημήτραινας, ό.π., Καρράς, ό.π.)· κατ’ άλλη άποψη η παραπομπή γίνεται αορίστως στον αρμόδιο εισαγγελέα (: Ζησιάδης, ό.π., ΕφΠειρ 267/1997 ΑρχΝ 1999,872, ΔιατΕισΕφΠατρ 3/1997 ΠοινΧρ 1997,464, ΠλημΔραμ 6/1973 ΠοινΧρ 1974,219, ΠλημΑθ 4819/1973 ΠοινΧρ 1975,65, ΠλημΛαρ 91/1975 ΠοινΧρ 1976,84, ΠλημΕδεσ 108/1984 Αρμ 1985,858, ΠλημΚιλκ 10/1992, ό.π., ΠλημΘεσ 245/1994, ό.π.)· ειδικά για την περίπτωση κηρύξεως της κατά τόπον αναρμοδιότητας από το δικαστικό συμβούλιο υποστηρίζεται ότι η παραπομπή γίνεται όχι στον αρμόδιο εισαγγελέα αλλά στο αρμόδιο δικαστήριο (: Μπουρόπουλος, ό.π.).

VII. Στον χώρο της κύριας διαδικασίας η κήρυξη της κατά τόπον αναρμοδιότητας γίνεται από το δικαστήριο. Η υπόθεση παραπέμπεται ως εξής: Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση, με απόφασή του που επέχει θέση παραπεμπτικού βουλεύματος (: ΕφΠατρ 314/1994 ΝοΒ 1995,108, ΓνωμΕισΕφΠειρ 16/1995 ΝοΒ 1999,322) στο αρμόδιο δικαστήριο (: Δημήτραινας, ό.π., Καρράς, ό.π.). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ακυρώσει την (προσβληθείσα με έφεση) απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραπέμπει με απόφασή του την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, εφόσον όμως η υπόθεση δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα δικαστηρίου της περιφέρειάς του (: Δημήτραινας, ό.π.)· σε αντίθετη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προχωρά στην κατ’ ουσία εκδίκαση της υποθέσεως (: άρθρα 126 παρ. 2 και 502 παρ. 3 ΚΠΔ, Καράμπελα, Η υπεράσπιση στην ποινική δίκη, τόμ. Γ΄, 1994, σελ. 151, ΕφΛαρ 167/1991, ό.π.)· επισημαίνεται ότι η κατά τόπον αρμοδιότητά των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων προσδιορίζεται από την περιφέρεια του δικαστηρίου (: πλημμελειοδικείο ή εφετείο), στο οποίο ανήκει το αντίστοιχο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (: Καρράς, ό.π.).

VIII. Εάν η κατά τόπον αναρμοδιότητα προταθεί έγκαιρα και απορριφθεί, το δικαστικό συμβούλιο υποπίπτει, προχωρώντας σε έκδοση βουλεύματος, σε υπέρβαση εξουσίας, η οποία αποτελεί, κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ΄ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος . Επίσης υπέρβαση εξουσίας και άρα λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως (: άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ ΚΠΔ) συνιστά η τοπική αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, εφόσον προτάθηκε έγκαιρα, δηλαδή μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναλήφθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου

ΙΧ. Στην τελευταία ως άνω περίπτωση υπάρχει, στο μέτρο που το δικαιοδοτικό όργανο δεν κηρύχθηκε -παρότι ήταν- αναρμόδιο, θετική υπέρβαση εξουσίας. Αντίθετα, αρνητική υπέρβαση εξουσίας (: και άρα λόγος αναιρέσεως του βουλεύματος και της αποφάσεως) υπάρχει και όταν το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο κηρύσσεται, παρά το νόμο, αναρμόδιο κατά τόπο (: Καρράς, ό.π., Μαργαρίτης, ό.π., Μπουρόπουλος, ό.π.).

X. Χρήσιμο σε τούτο το σημείο είναι να προστεθούν τα εξής τέσσερα πράγματα: Πρώτον, ότι αν προκύψει αποφατική σύγκρουση (τοπικής) αρμοδιότητας, γίνεται κανονισμός αυτής κατά τα άρθρα 132-135 ΚΠΔ (: Κονταξής, ό.π., σελ. 816). Δεύτερον, ότι σχετικά με την κατά τόπον αρμοδιότητα στρατιωτικών δικαστηρίων το άρθρο 199 ΣΠΚ (= Ν 2287/1995) ορίζει πως σε κάθε περίπτωση αρμόδιο στρατοδικείο είναι κατά σειρά εκείνο στην περιφέρεια του οποίου τελέσθηκε η πράξη, του τόπου όπου υπηρετεί ή κατοικεί ή διαμένει ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο ασκήσεως της ποινικής διώξεως ή του τόπου όπου συνελήφθη· ειδικά για τις πράξεις που τελούνται στην αλλοδαπή αρμόδια είναι τα στρατοδικεία που εδρεύουν στην Αθήνα και στον Πειραιά· σε περίπτωση ελλείψεως δικαιοδοσίας των κοινών ή στρατιωτικών δικαστηρίων εφαρμόζονται όσα ανωτέρω ειπώθηκαν. Τρίτον, ότι όταν στον κατηγορούμενο αποδίδονται πλείονα εγκλήματα και για το βαρύτερο που στηρίζει την κατά τόπον αρμοδιότητα ή για ένα από τα ισότιμα συναφή που στηρίζει την κατά τόπον αρμοδιότητα απαλλαγεί ή παύσει οριστικά ή κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη, λύεται η αρμοδιότητα του συμβουλίου ή του δικαστηρίου (: Κονταξής, ό.π., ΕφΛαρ 167/1991, ό.π.). Τέταρτον, ότι το όργανο που διαπίστωσε την αναρμοδιότητά του οφείλει και μετά την παραπομπή να φροντίσει για τη διενέργεια των ανακριτικών πράξεων που είναι επείγουσες και δεν επιδέχονται αναβολή (: άρθρο 126 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠΔ).

ΧΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 127 εδ. α΄ ΚΠΔ, «οι εκθέσεις και τα άλλα έγγραφα που συντάχθηκαν νομότυπα κατά την προδικασία και την κύρια διαδικασία από αναρμόδιο δικαστή ή ανακριτικό υπάλληλο διατηρούν την εγκυρότητά τους». Αναφορικά με τη συγκεκριμένη ρύθμιση επισημαίνονται τα ακόλουθα: Πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από την Εισηγητική Έκθεση του αντίστοιχου με το παρόν άρθρο Ν 5869/1933, ο δικαιολογητικός λόγος της προβλέψεως πρέπει να αναζητηθεί στη διαπίστωση πως «εν των αιτίων του εν τω σταδίω της προδικασίας χρονισμού σχετικώς μεγάλου αριθμού ποινικών υποθέσεων αποτελεί κακή εκ τη υπό των δικαστικών συμβουλίων αναγνωρίσεως αναρμοδιότητος επερχομένη ακύρωσις εν τω συνόλω αυτών προκληθεισών ανακριτικών πράξεων, η κατά συνέπειαν της ακυρότητος ταύτης άραις επιβληθεισών και τα σχέσεων και η λόγω της ατονίας των ενταλμάτων φυλακίσεως υποχρεωτική απόλυσις εκ των φυλακών των προφυλακισθέντων» (: Κονταξή, ό.π., σελ. 818). Δεύτερον, ότι το υπό έρευνα κοινοτικό πλαίσιο περιέχει γενική διάταξη - εφαρμοστέα τόσον επί της υλικής όσον και επί της τοπικής αναρμοδιότητας (: ΑιτιολΣυντΕπιτρ, σελ. 424, Γάφου, Ποινική Δικονομία κατά τον νέον Κώδικα, τεύχ. Α΄, 1966, σελ. 89, Ζησιάδης, ό.π., σελ. 334, Κονταξής, ό.π., Μπουρόπουλος, ό.π., σελ. 815, Σταϊκου, ό.π., τόμ. Α΄, 1952, σελ. 547). Τρίτον, ότι παραμένουν έγκυρες μη δυνάμενες να αγνοηθούν ή να μην εκτιμηθούν από το νέο αρμόδιο όργανο, όλες οι εκθέσεις και τα άλλα έγγραφα που νομότυπα συντάχθηκαν από οποιοδήποτε αναρμόδιο δικαστικό πρόσωπο ή ανακριτικό υπάλληλο (: Κονταξή, ό.π., ΑΠ 112/1998 ΠοινΧρ 1998,763, ΠοινΔικ 1998,381). Τέταρτον, ότι, κατά συνέπεια και παρά τα όσα αντίθετα η ποινική πρακτική υιοθετεί, παραμένει έγκυρη η εγερθείσα από αναρμόδιο εισαγγελέα ποινική δίωξη -χωρίς ο αρμόδιος εισαγγελέας να μπορεί να την παραβλέψει θέτοντας την υπόθεση στο αρχείο ή εκδίδοντας (απορριπτική) διάταξη (: Κονταξής, ό.π.)· συνακόλουθα, δεν υπάρχει λόγος ασκήσεως νέας διώξεως (: ΠλημΚορινθ 52/1993 ΠοινΧρ 1994,1459), γι' αυτό και αν ο αρμόδιος εισαγγελέας επαναλάβει τη δίωξη τούτο δεν σημαίνει δεύτερη δίωξη αλλά απλή επανάληψη της από τον αναρμόδιο εισαγγελέα ασκηθείσας (: ΠλημΑθ 3943/1985 ΠοινΧρ 1985,517).

XII. Ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση είναι η τύχη των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού που ενδεχομένως είχαν ήδη επιβληθεί στον κατηγορούμενο από αναρμόδιο όργανο. Για το θέμα τούτο η διάταξη του άρθρου 127 εδ. β΄ ΚΠΔ ορίζει ότι: «τα εντάλματα για προσωρινή κράτηση ισχύουν ως εντάλματα σύλληψης». Έχοντας κατά νου την ύπαρξη, πέραν της προσωρινής κρατήσεως, και περιοριστικών όρων, επισημαίνουμε για την τελευταία πρόβλεψη τα ακόλουθα:

Σε περίπτωση που είχε εκδοθεί από τον (τοπικά αναρμόδιο) ανακριτή ένταλμα συλλήψεως, τούτο δεν καταργείται αυτοδικαίως με την κήρυξη όχι αναρμοδιότητας μια και εντάσσεται στην κατηγορία των πράξεων που κατά τη διάταξη του άρθρου 127 εδ. α΄ ΚΠΔ παραμένουν ισχυρές· απλώς το κηρύσσον την αναρμοδιότητα δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται για τη διατήρηση ή παύση της ισχύος του (: ΑΠ 375/1994, ό.π., ΑΠ 91/1996). Σε περίπτωση που είχε εκδοθεί από τον (τοπικά αναρμόδιο) ανακριτή ένταλμα προσωρινής κρατήσεως, εφαρμογή έχει ευθέως η διάταξη του άρθρου 127 εδ. β΄ ΚΠΔ: το ένταλμα προσωρινής κρατήσεως ισχύει ως ένταλμα συλλήψεως. Η αυξημένης τυπικής ισχύος πρόβλεψη (: άρθρο 6 Συντάγματος) δικαιολογεί με επάρκεια τη νομοθετική επιταγή για τροπή του εντάλματος προσωρινής κρατήσεως σε ένταλμα συλλήψεως (: Δημήτραινας, ό.π.). Πραγματικά η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος με σαφήνεια ορίζει πως «όποιος συλλαμβάνεται ... με ένταλμα προσάγεται στον αρμόδιο ανακριτή ...». Μόνον αυτός (: αρμόδιος ανακριτής) μπορεί να εκδώσει εναντίον του κατηγορουμένου ένταλμα προσωρινής κρατήσεως. Συνακόλουθα, σε περίπτωση κηρύξεως αναρμοδιότητας, το από αναρμόδιο ανακριτή εκδοθέν ένταλμα προσωρινής κρατήσεως παύει αυτοδικαίως να ισχύει ως τέτοιο και ο δυνάμει εντάλματος συλλήψεως πια κρατούμενος προσάγεται παραχρήμα ενώπιον του αρμοδίου ανακριτή (: Δημήτραινας, ό.π., Ζησιάδης, ό.π.). Διαφορετική, ωστόσο, από την παραπάνω λύση προτάθηκε για την περίπτωση που η προσωρινή κράτηση είχε διαταχθεί με βούλευμα. Με βάση το επιχείρημα ότι η ρύθμιση του άρθρου 127 εδ. β΄ ΚΠΔ αφορά μόνον το (ανακριτικό) ένταλμα προσωρινής κρατήσεως, υποστηρίζεται (: Ζησιάδης, ό.π., Τούσης, ό.π.) ότι διατηρείται ενεργός η προσωρινή κράτηση που διατάχθηκε με βούλευμα και όχι με ανακριτικό ένταλμα. Παρόλα αυτά και ενόψει του ότι το Συμβούλιο διατάσσοντας την προσωρινή κράτηση περιλαμβάνει στο βούλευμα και επιπρόσθετη διάταξη για σύλληψη του κατηγορουμένου (: άρθρο 315 παρ. 3 ΚΠΔ), σωστότερη φαίνεται η διακρίνουσα προσέγγιση (: Δημήτραινας, ό.π.).

ΧΙΙΙ. Ιδιαίτερες δυσχέρειες παρουσιάζει το ζήτημα της τύχης των περιοριστικών όρων. Η δυσκολία εδώ οφείλεται στην ανυπαρξία, σε αντίθεση μ’ ό,τι συμβαίνει στον χώρο της προσωρινής κρατήσεως, ειδικής νομοθετικής προβλέψεως. Φαίνεται να επικρατεί η αντίληψη της διατηρήσεως της ισχύος της σχετικής με την επιβολή περιοριστικών όρων ανακριτικής διατάξεως (: Κονταξής, ό.π., ΕφΠειρ 283/1999 ΠοινΧρ 2000,1096, ΔιαρκΑερΑθ 124/1991 ΠοινΧρ 1991,1305). Υποστήριξη, πάντως, βρήκε, με βάση το αντιδιαστολής επιχείρημα, και η αντίθετη εκδοχή (: Δημήτραινας, ό.π.). Επισημαίνεται πως το υπάρχον σε τούτο το σημείο νομοθετικό κενό επιχειρήθηκε να πληρωθεί με το άρθρο 43 του Σχεδίου του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο ορίζει ότι «οι περιοριστικοί όροι που έχουν επιβληθεί διατηρούνται μέχρι να αποφανθεί το αρμόδιο δικαστικό όργανο».

Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης,

Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

 

Η αρμοδιότητα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου προς εκδίκαση εφέσεων κατά αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι η υπόθεση εισήχθη πρωτοδίκως στο Δικαστήριο αυτό και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε μεταγενέστερα ιδιότητα η οποία αν υπήρχε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ή κατά το χρόνο εκδίκασής της σε πρώτο βαθμό, θα είχε ως συνέπεια την εισαγωγή της υπόθεσης στο Τριμελές Εφετείο και κατ’έφεση στο Πενταμελές Εφετείο (ΣυμβΑΠ 2075/2004 Ποιν.Δικ.2005:379).

 

Αν οι λόγοι της συνάφειας εκλείψουν κατά ή μετά την ουσιαστική συζήτηση, το λόγω της συνάφειας καθ’ύλη αρμόδιο δικαστήριο εξακολουθεί να είναι αρμόδιο, εφόσον το συναφές έγκλημα υπάγεται στην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου (κατ’ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 119παρ.2 Κ.Π.Δ). Εάν μετά την περάτωση της συζήτησης στο ακροατήριο υπάρξει αθώωση για το βαρύτερο έγκλημα, οι λόγοι της συνάφειας δεν θεωρείται ότι εκλείπουν και έτσι παραπομπή δεν υπάρχει, αλλά το ίδιο δικαστήριο (της συνάφειας) αποφασίζει και για το ελαφρότερο έγκλημα. Αυτή η λύση αποτελεί απόρροια του γεγονότος ότι έκλειψη των λόγων επήλθε μετά την έναρξη της συζήτησης – ήτοι σε χρόνο όπου επιτεύχθηκε ο σκοπός της συνάφειας. Στην ίδια ανωτέρω περίπτωση αν η απόφαση αναιρεθεί ως προς το ελαφρότερο έγκλημα, η υπόθεση ως προς αυτό παραπέμπεται στο αρμόδιο με τις κοινές διατάξεις δικαστήριο και όχι στο εκδόσαν την αναιρεθείσα καταδικαστική απόφαση δικαστήριο της συνάφειας, δηλαδή όταν εκλείψουν οι λόγοι της συνάφειας δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 519 Κ.Π.Δ. Εάν η για το βαρύτερο έγκλημα δίωξη έπαυσε οριστικά ή κηρύχθηκε απαράδεκτη πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο, το ελαφρότερο έγκλημα παραπέμπεται στο αρμόδιο γιάυτό με βάση τις κοινές διατάξεις δικαστήριο. Αν αντίθετα η για το βαρύτερο έγκλημα δίωξη έπαυσε οριστικά ή κηρύχθηκε απαράδεκτη μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο το υπαγόμενο σε κατώτερο δικαστήριο ελαφρότερο έγκλημα δεν παραπέμπεται αλλά εκδικάζεται από το δικαστήριο της συνάφειας. Αν ο κατηγορούμενος για κακούργημα είναι απών και διαταχθεί η αναστολή της διαδικασίας στο ακροατήριο ως προς αυτόν, το δικαστήριο της συνάφειας παραπέμπει (με εξαίρεση την περίπτωση του Ν.663/77) το συναφές πλημμέλημα να δικαστεί στο αρμόδιο με τις κοινές διατάξεις δικαστήριο πλημμελημάτων. Η αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας ή απόφασης ως προς το συναφές με κακούργημα πλημμέλημα κρίνεται από το δικάσαν την υπόθεση Τριμελές Εφετείο ή από τους τακτικούς δικαστές του ΜΟΔ κατά περίπτωση. Σε περίπτωση που ακυρωθεί η εκδοθείσα απόφαση, η υπόθεση ως προς το συναφές πλημμέλημα παραπέμπεται στο αρμόδιο με βάση τις κοινές διατάξεις δικαστήριο πλημμελημάτων. Σε περίπτωση που η συζήτηση στο ακροατήριο κηρυχθεί ως προς το βαρύτερο έγκλημα απαράδεκτη ελλείψει νόμιμης κλήτευσης, η υπόθεση ως προς το συναφές ελαφρότερο έγκλημα παραπέμπεται, αν δεν αναβληθεί η συζήτηση, στο αρμόδιο με τις κοινές διατάξεις δικαστήριο. Ανάλογες λύσεις προσαρμοσμένες όμως στη φύση της προδικασίας πρέπει να δοθούν και στα πλαίσια της δικαιοδοσίας των δικαστικών συμβουλίων. Εξαιρετικά ο φυγόδικος κατηγορούμενος στις περιπτώσεις εφαρμογής του Ν.663/77, δικάζεται, ενώ έχει ανασταλεί η διαδικασία του ακροατηρίου για το κακούργημα, για τις πλημμεληματικές πράξεις από το δικαστήριο της συνάφειας (Συναφή Εγκλήματα και Ποινικό Δίκαιο, Λάμπρος Μαργαρίτης, έκδοση 2005, σελ.133-135).

 

Εάν ο Εισαγγελέας Εφετών, στον οποίο έχει διαβιβαστεί η δικογραφία που αφορά έγκλημα του άρθρου 1 Ν.1608/1950 φρονεί ότι η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του πιο πάνω άρθρου, τότε μόνο θα υποβάλει πρόταση επί της ουσίας και το Συμβούλιο Εφετών θα προχωρήσει σε έκδοση βουλεύματος, με το οποίο θα παραπέμπει ή θα αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία, όταν, στην πρώτη περίπτωση η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο και μη υπαγόμενη στο άρθρο 1 Ν.1608/1950 πράξη δεν είναι κακούργημα, διότι τότε ο κατηγορούμενος κατ’άρθρο 478 Κ.Π.Δ ως ισχύει, δεν θα είχε δικαίωμα  έφεσης κατά του αντίστοιχου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, τούτο δε εναρμονίζεται με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του άρθρου 308παρ.1 Κ.Π.Δ και διασφαλίζει στον κατηγορούμενο τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, μη ταυτίζοντας τη λειτουργική φερεγγυότητα του Συμβουλίου Εφετών, όταν εκφράζεται ως δευτεροβάθμιο ελεγκτικό όργανο, με εκείνη του ίδιου Συμβουλίου, όταν ενεργεί ως εφάπαξ αποφασίζον όργανο. Επομένως όταν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για αδικήματα εκ των αναφερομένων στο άρθρο 1 Ν.1608/1950 (κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως), αλλά το Συμβούλιο Εφετών παρέπεμψε αυτόν για αδικήματα αυτά χωρίς τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 Ν.1608/1950, το Συμβούλιο αποφαίνεται για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του ενόψει του ότι  κατηγορούμενος είχε δικαίωμα έφεσης (ΣυμβΑΠ 1371/2004 Ποιν.Δικ.2004:1342).

 

 

Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για Φορολογικό Συμβιβασμό

Γνωμοδότηση Εισ.ΑΠ αρ. 4/2015

 (ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ) Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ.2 του Ν.2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.4174/2013, όπως συμπληρώθηκε με το Ν.4254/2014) (Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ.2 του Ν.2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν.4174/2013, όπως συμπληρώθηκε με το Ν.4254/2014)) Κατηγορία: Κώδικας Φορολογικών διαδικασιών ΚΦΔ Αθήνα 20/10/2015 Αρ. Πρωτ. 3135 Αρ. Γνωμοδ. 4 ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ (Αρχική δημοσίευση στις 25-9-2015) ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Τηλ. : 210-6411526 Fax : 210-6411523

Κοινοποίηση: α) Υπουργείο Δικαιοσύνης β) κ. Εισαγγελείς Εφετών του Κράτους και δι' αυτών στους Εισαγγελείς Πρωτοδικών περιφερείας τους γ) κ. Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος

Προς Υπουργείο Οικονομικών Γενική Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΕΛ Β 1088784 Ε- 2015 έγγραφο σας

 Θέμα: Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ.2 του Ν 2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ( Ν 4174/2013, όπως συμπληρώθηκε με το Ν 4254/2014).

 Με το υπ' αριθμ . πρωτ .ΔΕΛ.Β 1088784 ΕΞ 2015 έγγραφο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, ζητείται η γνώμη μας περί του εάν η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν 2523/1997 εξακολουθεί να ισχύει και μετά την θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν 4174/2013), καθώς επίσης και περί επίδρασης ή μη του ιδίου Κώδικα στο άρθρο 21 παρ.2 του Ν 2523/1997 και τις εξ' αυτού απορρέουσες υποχρεώσεις των οργάνων της φορολογικής αρχής προς υποβολή μηνυτήριων αναφορών για την δίωξη εγκλημάτων φοροδιαφυγής.

 Επί του ζητήματος αυτού η γνώμη μας είναι η εξής:  Με την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του Ν 2523/1997,όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν 2753/1999 και στη συνέχεια με το άρθρο 75 παρ. 4 του Ν 3842/2010 ορίζεται ότι « Στις περιπτώσεις του συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού ή της με άλλο τρόπο ολικής διοικητικής περαίωσης της διαφοράς δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του παρόντος...». Με την διάταξη αυτή που αποτελεί πάγια ρύθμιση, παρά το ότι περιλαμβάνεται στις μεταβατικές διατάξεις του Ν 2523/1997 , εισάγεται για τα εγκλήματα του Ν 2523/1997 ένας «ιδιόμορφος αντικειμενικός λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου» της πράξεως, ή κατ' άλλη άποψη, ένας « ιδιόρρυθμος μηχανισμός ad hoc αποκλεισμού του αρχικού αδίκου» (βλ σχετ. Θ . Παπακυριάκου, Φορολογικό Ποινικό Δίκαιο, έκδοση 2005, σελ.350 και Γ. Δημήτραινα, Εγκλήματα Φοροδιαφυγής, έκδοση 2011 σελ 231,232). Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία των ως άνω συμβιβασμών, περιγράφονταν: α) του μεν συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού συμβιβασμού, στο άρθρο 70 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος του έτους 1994 (Ν 2238/1994) με την παρ. 1 του οποίου οριζόταν ότι ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί το φύλλο ελέγχου, μπορούσε, αν αμφισβητούσε την ορθότητά του, να προτείνει τη διοικητική επίλυση της διαφοράς μεταξύ αυτού και του αρμόδιου προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά τα λεπτομερώς οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους β) του δε δικαστικού συμβιβασμού, αφ' ενός μεν στο άρθρο 71 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), με το εδάφιο α της πρώτης παραγράφου του οποίου οριζόταν ότι ο δικαστικός συμβιβασμός με βάση αυτό το νόμο, ήταν δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρεπόταν και όπως προβλεπόταν διοικητική επίλυση της διαφοράς., αφ' ετέρου δε στο άρθρο 1 του Ν.Δ 4600/1966 ,το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999), με τις παραγράφους 1 και 2 του οποίου οριζόταν ότι « Δικαστικός συμβιβασμός κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα είναι δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται διοικητική επίλυση της διαφοράς (παρ.1). Εν διεξαγόμενη επ' ακροατηρίου συζητήσει ενώπιον οιουδήποτε φορολογικού δικαστηρίου και κατά πάσαν στάσιν της δίκης, παρισταμένων αμφοτέρων των μερών, πας διάδικος δύναται να προτείνη την κατάργησιν της φορολογικής δίκης, επί τη καταθέσει δηλώσεως εις τον γραμματέα του Δικαστηρίου πέντε πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως, (παρ.2)» .γ) η με άλλο τρόπο «ολική διοικητική περαίωση της διαφοράς» αναφερόταν προφανώς στους εκδιδόμενους εκάστοτε φορολογικούς νόμους, οι οποίοι παρείχαν κίνητρα στους φορολογούμενους, προκειμένου να κλείσουν συμβιβαστικά και με ευνοϊκούς όρους τις ανέλεγκτες οικονομικές τους χρήσεις. Υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών, χωρούσε ακώλυτα η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν 2523/1997. Σημειώνεται , πάντως, ότι και υπό καθεστώς αυτό, υπήρξαν ζητήματα ανοικτά προς συζήτηση , τα οποία προκλήθηκαν κυρίως από τις μεταβολές που επήλθαν στην νομοθεσία, και ειδικότερα αφ' ενός μεν στο άρθρο 19 του Ν 2523/1997 με το άρθρο 40 του Ν 3220/2004, με την πρώτη παράγραφο του οποίου θεσπίσθηκε μία διακεκριμένη κακουργηματική παραλλαγή του εγκλήματος της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, ενώ με την δεύτερη προβλέφθηκε η δυνατότητα άμεσης άσκησης ποινικής δίωξης στην περίπτωση αυτή , με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση πράξης επιβολής προστίμου και η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, αφ' ετέρου δε με την προσθήκη τρίτης παραγράφου στο άρθρο 18 του Ν 2523/1997, προσθήκη που έγινε με το άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο ζ του Ν 3943/2011, με την οποία ορίστηκε ότι αν η διάρκεια της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης Φ.Π.Α, Φ.Κ.Ε ή άλλων παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν υπερέβαινε το ένα έτος, ο υπαίτιος απαλλασσόταν, εφόσον κατέβαλε , από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική υποχρέωση, τους κατά περίπτωση οφειλόμενους φόρους , τέλη ή εισφορές με τις κάθε είδους προβλεπόμενες προσαυξήσεις, τέλη και πρόστιμα επί αυτών, ενώ αν η καταβολή γινόταν μετά τη συμπλήρωση έτους, αλλά πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, επιβαλλόταν ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα. Οι διατάξεις αυτές έθεταν υπό αμφισβήτηση το πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν 2523/1997, κυρίως και πρωτίστως γιατί στη μεν πρώτη περίπτωση, η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα με βάση τα πορίσματα του ελέγχου, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση της άσκησής της η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, πρακτική η οποία δεν ακύρωνε βέβαια εντελώς την ισχύ του ως άνω άρθρου (αφού η ποινική δίωξη μπορούσε να παύσει οριστικά και μετά την άσκηση της), πλην όμως περιόριζε σημαντικά το εύρος εφαρμογής της και την δυνατότητα η διοικητική επίλυση της διαφοράς, εάν τελικά επιτυγχανόταν, να είχε ουσιαστικά αποτέλεσμα αναφορικά με την αξιολόγηση της σχετικής μηνυτήριας αναφοράς ως στηριζόμενης ή μη στο νόμο, εφόσον η άσκηση της ποινικής δίωξης θα είχε ήδη προηγηθεί, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, η εξάλειψη του αξιοποίνου εξαρτιόταν από διαφορετικές προϋποθέσεις (χρονικούς περιορισμούς και σωρευτική καταβολή, μαζί με την κύρια οφειλή, και των κάθε είδους προσαυξήσεων κ.λπ), προϋποθέσεις βέβαια που δεν έθετε το προγενέστερο της ειδικής αυτής ρύθμισης άρθρο 24 παρ.2 του Ν 2523/1997 (για τα ζητήματα αυτά βλ. Α.Π 1028/2012 και Α.Π 1645/2009, και εκτενέστερα στο συλλογικό έργο καθηγητών του Α.Π.Θ υπό την επιστημονική εποπτεία Μαρίας Καϊάφα-Γκμπάντι, Οικονομικό Έγκλημα και Διαφθορά στο Δημόσιο Τομέα , σελίδες 182 και επόμ.) Τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αμφισβητούνται ήδη σοβαρά υπό την ισχύ του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν 4174/2013, όπως αυτός ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το Ν 4254/2014) . Ο Κώδικας αυτός ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1-1-2014 (άρθρο 67), όχι μόνο δεν προβλέπει καμία διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, συνακόλουθα δε και δικαστικού συμβιβασμού (κατά τα άρθρα 71 του ήδη καταργηθέντος Κ Φ Ε του έτους 1994 και 1 του ΝΔ 4600/1966, ο δικαστικός συμβιβασμός επιτρεπόταν αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που επιτρεπόταν και ο διοικητικός συμβιβασμός), αλλ' αντιθέτως με την διάταξη της παραγράφου 44 του άρθρου 66 ορίζει ρητά ότι από την έναρξη ισχύος του « κάθε αίτημα προς τη φορολογική διοίκηση, για διοικητικό ή δικαστικό συμβιβασμό, θεωρείται απαράδεκτο και δεν εξετάζεται. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου, ανεξαρτήτως χρονικών περιορισμών, εφαρμόζεται και για υποθέσεις, οι οποίες ήταν δυνατό να υπαχθούν σε οποιαδήποτε περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 70Α και 70Β του Ν. 2238/1994.». Συνεπώς, υπό την ισχύ του ΚΦ.Δ, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν2523/1997 έχει καταστεί ανενεργός . Η ερμηνευτική εκδοχή ( βλ. περί αυτής Οικονομικό Έγκλημα και Διαφθορά στον Δημόσιο Τομέα , υπό την επιστημονική εποπτεία της Μ. Καϊάφα -Γκμπάντι, σελίδα 195), κατά την οποία η κατάργηση της διαδικασίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς , δεν έχει απενεργοποιήσει εντελώς την ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 Ν2523/1997 και ότι η τελευταία μπορεί να τύχει εφαρμογής στο πεδίο των φορολογικών ποινικών αδικημάτων, κάθε φορά που ο φορολογούμενος αποδέχεται ανεπιφύλακτα την αρχική απόφαση επιβολής προστίμου που εκδίδεται σε βάρος του, ή την απόφαση που εκδίδεται από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της Γ.Γ.Δ.Ε, μετά την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής σ' αυτήν και καταβάλλει στη συνέχεια την χρηματική κύρωση που του έχει επιβληθεί με τους όρους που ορίζει ο Κ.Φ.Δ, στηρίζεται στην παραδοχή ότι η αποδοχή από τον φορολογούμενο της αρχικής απόφασης επιβολής προστίμου, ή εκείνης που εκδίδεται από την αρμόδια Διεύθυνση της Γ.Γ.Δ.Ε, μετά την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής και η εν συνεχεία καταβολή της αντίστοιχης χρηματικής κύρωσης, αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, λειτουργικά ισοδύναμα της καταργηθείσης διοικητικής ή δικαστικής επίλυσης της διαφοράς Η παραδοχή όμως αυτή είναι μετέωρη , αφού δεν στηρίζεται στο γράμμα του νόμου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μοναδική διέξοδος για την αντιμετώπιση των όποιων ανεπιεικών αποτελεσμάτων από την μη συμπερίληψη στον Κ.Φ.Δ διάταξης περί διοικητικής ή δικαστικής επίλυσης της διαφοράς, είναι η δια της νομοθετικής οδού άρση των συνεπειών αυτών Πέραν της σιωπηρής κατάργησης του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν 2523/1997, η μη πρόβλεψη οποιασδήποτε διαδικασίας διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού στον Κ.Φ.Δ, επηρεάζει και την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 21 παρ.2 του Ν 2523/1997. Ειδικότερα με το εδάφιο θ της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν 3943/2011 (Φ.Ε.Κ τεύχος Α 66/31-3- 2011) , η παράγραφος 2 του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, αντικαταστάθηκε ως εξής : « 2. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.ΟΎ. ή τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του Ν. 2343/1995 (Φ Ε Κ 211 Α) ή υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής: α) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, ανεξάρτητα εάν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου: αα) στην περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 17, εφόσον ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος παραγγείλει την άμεση άσκηση ποινικής δίωξης, ββ) στις περιπτώσεις α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 18, εφόσον ο φορολογικός έλεγχος έχει διαταχθεί για την ημερομηνία που διενεργήθηκε, με ειδική εντολή ελέγχου του Υπουργού Οικονομικών γγ) στην περίπτωση γ της παραγράφου 1 του άρθρου 18, δδ) στην περίπτωση β της παραγράφου 1 του άρθρου 19 και εε) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ. β) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κ. Β.Σ. ή κατά της οικείας πράξης επιβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς και ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ή της πράξης ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου: αα) στις περιπτώσεις α και β της παραγράφου 1 του άρθρου 18, εφόσον ο φορολογικός έλεγχος δεν έχει διαταχθεί με ειδική εντολή του Υπουργού Οικονομικών ββ) στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου και την περίπτωση α της παραγράφου 1 του άρθρου 19 και γγ) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων δεν υπερβαίνει τα δέκα ή δεν υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ. Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής: αα) στην περίπτωση α της παραγράφου 2 του άρθρου 17 και ββ) στην περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 17, εφόσον δεν παραγγέλθηκε η άμεση άσκηση ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος .Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει σε καμία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, επίσης, αν αυτός κατά του οποίου πρόκειται να ασκηθεί, αποδεικνύει ότι έχει έναντι του Δημοσίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) απαίτηση βέβαιη και εκκαθαρισμένη, ποσού ίσου ή μεγαλύτερου του ποσού των φόρων, τελών και εισφορών, για τα οποία επρόκειτο να ασκηθεί η ποινική δίωξη. Επομένως, στις περιπτώσεις της παρ. 2 , εδάφιο α, υποπεριπτώσεις αα έως εε, και της παρ 2 εδάφιο β, υποπεριπτώσεις αα έως γγ του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, οι μηνυτήριες αναφορές από τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται προς τούτο, πρέπει να υποβάλλονται αμέσως μετά την διαπίστωση των αδικημάτων φοροδιαφυγής περί των οποίων πρόκειται, αφού στις υποπεριπτώσεις του πρώτου εδαφίου, τούτο το επιτάσσει ρητά ο νόμος ( άρθρο 3 παρ.2 του Ν 3943/2011), ενώ για τις υποπεριπτώσεις αα έως γγ του δευτέρου εδαφίου , υπό την ισχύ του Κ.Φ.Δ, δεν προβλέπεται πλέον διαδικασία διοικητικής ή δικαστικής επίλυσης της φορολογικής διαφοράς και συνεπώς οι μηνυτήριες αναφορές πρέπει να υποβάλλονται άμεσα   Τα ανωτέρω ισχύουν για τα φορολογικά αδικήματα που τελούνται μετά την ισχύ του Κ.Φ.Δ , δηλαδή μετά την 1-1-2014.

 

Αντίθετα οι διατάξεις του Κ.Φ.Δ. περί κατάργησης οποιουδήποτε φορολογικού συμβιβασμού και συνακόλουθα η υποχρέωση των αρμόδιων φορολογικών αρχών για άμεση υποβολή μηνυτήριων αναφορών, δεν εφαρμόζονται επί υποθέσεων φοροδιαφυγής (άρθρα 17, 18 και 19 του Ν 2523/1997 ) που φέρονται ότι έχουν τελεσθεί- σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17 εδάφιο α του Π.Κ μέχρι 31-12-2013(ανεξάρτητα από τον χρόνο έναρξης της παραγραφής τους, ο οποίος, ως γνωστό, τοποθετείται σε άλλο χρονικό σημείο σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 10 του Ν 2523/1997), καθόσον η κατάργηση με τον Κώδικα αυτόν του φορολογικού συμβιβασμού , η επιτυχής έκβαση του οποίου οδηγούσε κατά τα ανωτέρω σε εφαρμογή είτε ενός ιδιόρρυθμου μηχανισμού ad hoc αποκλεισμού του αρχικού αδίκου (κατά μια άποψη) , είτε ειδικού λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου (κατ' άλλη άποψη), συνεπάγονται- και υπό τις δύο ερμηνευτικές εκδοχές- ουσιώδεις εκ των υστέρων τροποποιήσεις προϋποθέσεων του αξιοποίνου επί το αυστηρότερο (κατάργηση λόγου αποκλεισμού του αρχικού αδίκου - κατάργηση λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου ) και συνεπώς ως γνήσιες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου που περιέχουν δυσμενέστερες προβλέψεις για την θεμελίωση του αξιοποίνου, δεν μπορούν να τύχουν αναδρομικής εφαρμογής. Είναι δε απολύτως σαφές ότι μεταξύ δύο συγκρινόμενων νόμων .επιεικέστερος είναι αφενός εκείνος ο οποίος για το ίδιο έγκλημα εισάγει λόγο που αποκλείει το άδικο ή εξαλείφει το τελικό αξιόποινο, αφετέρου εκείνος ο οποίος προσθέτει νέο στοιχείο στο πραγματικό του κανόνα δικαίου, εφόσον ωφελείται από αυτό ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Τούτο προκύπτει ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 4 του Συντάγματος (συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας ), 7 παρ.1 του Συντάγματος (απαγόρευση αναδρομικής εφαρμογής του ποινικού νόμου, όχι μόνο για την θεμελίωση, αλλά και για την επαύξηση της βαρύτητας του αξιοποίνου), 7 της Ε.Σ.Δ.Α, 15 παρ.1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 11 παρ.2 της Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και 2 παρ.1 του Π.Κ (εφαρμογή του νόμου που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις) . Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται άλλωστε και η ερμηνευτική εγκύκλιος (ΠΟΛ.1210/6.9.2013 του Υπουργείου Οικονομικών), με την οποία κοινοποιήθηκαν στις φορολογικές Αρχές οδηγίες για την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων των παραγράφων 44 και 48 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που προστέθηκαν με το άρθρο πρώτο του Ν.4254/2014, με την δεύτερη των οποίων ορίστηκε ότι: «για παραβάσεις που διαπράχθηκαν μέχρι τις 31.12.2013, ανεξάρτητα από το χρόνο διαπίστωσης τους, το σχετικό πρόστιμο υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 6 του Ν. 2523/1997, εξακολουθούν δε να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 6 του ίδιου νόμου, εφόσον ο φορολογούμενος, με δήλωση του προς τον προϊστάμενο της αρχής που εξέδωσε την πράξη επιβολής προστίμου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της, αποδεχθεί ανεπιφύλακτα το σύνολο των παραβάσεων που αναφέρονται σε αυτή ...». Στην τελευταία παράγραφο της ως άνω εγκυκλίου σημειώνεται ότι η διοικητική επίλυση των παλαιών διαφορών με βάση τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις νέες διατάξεις, επάγεται όλα τα αποτελέσματα του άρθρου 24 παρ.2 του Ν 2523/1997, σύμφωνη δε με την άποψη αυτή είναι και η εισηγητική έκθεση επί του σχεδίου του Ν 4254/2014 στην οποία σημειώνεται ότι «οι ανωτέρω διατάξεις (αναφέρεται στις προστιθέμενες στο άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ παραγράφους 44 και 48) κρίνονται εύλογες και σκόπιμες για λόγους χρηστής διοίκησης και ίσης μεταχείρισης, προκειμένου φορολογούμενοι οι οποίοι υπέπεσαν στις εν λόγω παραβάσεις, μέχρι την θέση σε εφαρμογή του Κώδικα, και δεν έχουν πλέον την δυνατότητα να υπαχθούν σε διοικητικό ή δικαστικό συμβιβασμό , να αντιμετωπίζονται από άποψη ουσιαστικής φορολογικής μεταχείρισης, κατ' ανάλογο τρόπο με εκείνους οι οποίοι από τυχαίο γεγονός ελέγχθηκαν σε προγενέστερο χρόνο και για τις ίδιες παραβάσεις που ανάγονται στον ίδιο χρόνο, είχαν την δυνατότητα υπαγωγής της υπόθεσής τους σε συμβιβασμό».

 

 Συμπερασματικά, η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 24 του Ν 2523/1997 , όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της αρχικά με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν 2753/1999 και στη συνέχεια με το άρθρο 75 παρ.4 του Ν 3842/2010, διατηρεί- παρά την εν των μεταξύ σιωπηρή κατάργησή της με τον νέο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας - την ισχύ της για τα φορολογικά αδικήματα (άρθρα 17,18 και 19 του Ν. 2523/1997) που έχουν ως χρόνο τέλεσής τους, κατά το άρθρο 17 εδάφιο α του Π.Κ, μέχρι και την 31-12-2013, ακόμη και όταν αυτά διαπιστώνονται ή οριστικοποιούνται μετά την 1-1-2014. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής

 

Πηγή: http://www.taxheaven.gr Δείτε περισσότερα https://www.taxheaven.gr/laws/circular/view/id/21891

Ζητήματα Πολιτικής Αγωγής

ΑΠ 1376/17

Ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Έτσι, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, ως πολιτικώς ενάγοντος, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως ούτε είναι παράνομη η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος για λόγο που αναφέρεται στη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου του.- Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω παράνομης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, με τις ειδικότερες αιτιάσεις, ότι δεν προσκομίστηκε στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, νέο πρακτικό του Δ.Σ. της πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας για διορισμό πληρεξούσιου δικηγόρου ούτε τα σχετικά με την εξουσία εκπροσωπήσεώς της από τον παραστάντα για λογαριασμό της δικηγόρο  πολιτικής αγωγής νομιμοποιητικά έγγραφα. Όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες ελλείψεις ως προς την εκπροσώπηση της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας και τη νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, μη αναγόμενες στην ενεργητική ή παθητική της νομιμοποίηση ούτε στην τήρηση της διαδικασίας ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής, δεν επιφέρουν, κατά τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο

 

ΑΠ 205/15

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνον όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ., καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής αυτής (πολιτικής αγωγής) κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.Α.Π. 762/1992), ο οποίος εξικνείται μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Έτσι, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου, ως πολιτικώς ενάγοντος, δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως, όπως, όταν η παράσταση δικηγόρου, ως πληρεξουσίου του ζημιωθέντος, δεν είναι σύννομη, διότι ο δικηγόρος δεν έχει δικαίωμα εκπροσωπήσεως αυτού. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, 68, 82 και 87 του ανωτέρω Κώδικα, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιείται μόνον όποιος έχει ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα, υπό την προϋπόθεση, ότι το δικαστήριο έχει επιληφθεί της εκδικάσεως του εγκλήματος, από το οποίο φέρεται ως αμέσως ζημιωθείς ο ίδιος. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 63 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ., η πολιτική αγωγή για την αποζημίωση και την αποκατάσταση από το έγκλημα και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τους δικαιούμενους σύμφωνα με τον αστικό κώδικα. Από δε τα άρθρα 235 και 236 του Π.Κ. προκύπτει, ότι το προστατευόμενο από αυτά έννομο αγαθό είναι η σύννομη, καθαρή, υγιής και ακέραιη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η οποία (λειτουργία) πλήττεται στις περιπτώσεις της παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας, αφού στις περιπτώσεις αυτές είναι άμεσος και προφανής ο κίνδυνος διαφθοράς του υπαλλήλου και κλονισμού της εμπιστοσύνης των πολιτών από τέτοιες πράξεις προς τη σύννομη και εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών τούτων. Επομένως, το Δημόσιο ή τα Ν.Π.Δ.Δ., ως φορείς του έννομου τούτου αγαθού, είναι δυνατό να υποστούν ηθική βλάβη από τα εγκλήματα αυτά, τα οποία συνιστούν αδικοπραξίες κατά την έννοια των άρθρων 914 και 932 Α.Κ., που νομιμοποιούν αυτά (Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ.) να παραστούν, ως αμέσως ζημιωθέντα, όχι μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας αλλά και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του δράστη και της παθητικής δωροδοκίας υπαλλήλου, για υπηρεσιακή ενέργεια που αντίκειται στα καθήκοντα του. Άλλο ζήτημα είναι, ότι επί του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας, όταν θίγεται και ιδιωτικό έννομο συμφέρον τρίτου (π.χ. εκείνου που δίδει δώρο ή αντάλλαγμα στον υπάλληλο), ο τρίτος ζημιωθείς μπορεί να παρασταθεί μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, αφού το Δημόσιο ή τα Ν.Π.Δ.Δ., στα οποία ανήκει ο υπάλληλος, είναι αστικώς υπεύθυνα (άρθρα 64 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., 38 Ν. 3528/2007-Κώδ. Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και αρθρ. 38 Ν. 2683/1999-προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα).

Κατηγορούμενος - Ισχυρισμοί - Ακυρότητες

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ-ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ-ΑΚΥΡΟΤΗΤΕΣ

ΑΠ 268/2011 [Αρχή μη αυτοενοχοποίησης κατηγορουμένου - Δεδικασμένο]

 

Παραβίαση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης δύναται να επέλθει και όταν εξετάζονται ως μάρτυρες πρόσωπα, τα οποία μεταφέρουν στο Δικαστήριο το περιεχόμενο της προανακριτικής καταθέσεως του κατηγορουμένου, όχι όμως και όταν τα πρόσωπα αυτά απλώς έλαβαν γνώση της εν λόγω καταθέσεως και καταθέτουν περιστατικά, τα οποία δεν έχουν την κατάθεση αυτή ως αποκλειστική πηγή γνώσεως. Περαιτέρω, ναι μεν η συνεκτίμηση εγγράφου που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο ως αποδεικτικού μέσου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται στα πρακτικά το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, αρκεί να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε. Έτσι, εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό περί δεδικασμένου, αυτός είναι αυτοτελής και πρέπει να έχει προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, διαφορετικά η προβολή του για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο είναι απαράδεκτη.

 

Δεν συντρέχει λόγος εμφάνισης του κατηγορουμένου στο Συμβούλιο, αφού η εμφάνισή του είναι περιττή όταν αυτός έχει αναπτύξει τις απόψεις του με υπομνήματα ή αιτήσεις και η υπόθεση δεν παρουσιάζει κενά προς διευκρίνιση. Η απόρριψη του σχετικού αιτήματος δεν προσκρούει στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε αντίκειται στα άρθρα 5παρ.3,4 και 6παρ.3 της Ε.Σ.Δ.Α (ΣυμβΑΠ 2203/2007 Ποιν.Δικ.2008,σελ.803).

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 6§3 της ΕΣΔΑ και 320-321 ΚΠΔ προκύπτει ότι μόνο επί κλητηρίου θεσπίσματος ή παραπεμπτικού βουλεύματος  απαιτείται με ποινή ακυρότητας να επιδίδεται μαζί με αυτά επίσημη μετάφρασή τους στη γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι μόνο τα έγγραφα αυτά περιέχουν την κατηγορία. Η συνεπίδοση μετάφρασης αυτών δεν είναι απαραίτητη όταν ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση της εναντίον του κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και προετοίμασε την υπεράσπισή του (ΑΠ 185/2004 Ποιν.Δικ.2004:628).

 

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με την επίδοση σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος, που περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Κατά δε το άρθρο 6 παρ.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου της 4-11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 52/1974 και έχει, κατ' άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί στην πιο σύντομη προθεσμία λεπτομερώς στη γλώσσα την οποία εννοεί, την φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας και να τύχει δωρεάν παραστάσεως διερμηνέα αν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση βασικών υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου που εισάγεται σε δίκη σε ξένη χώρα και αγνοεί τη γλώσσα που ομιλείται στη χώρα αυτή, προκύπτει ότι μόνο επί κλητηρίου θεσπίσματος ή παραπεμπτικού βουλεύματος απαιτείται με ποινή ακυρότητας (άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠΔ) μαζί με αυτά να επιδίδεται και επίσημη μετάφρασή τους στη γλώσσα που εννοεί ο κατηγορούμενος, δεδομένου ότι μόνον τα παραπάνω έγγραφα περιέχουν την κατηγορία. Η συνεπίδοση μετάφρασης αυτών δεν είναι απαραίτητη όταν ο κατηγορούμενος έλαβε έγκαιρα γνώση της εναντίον του κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και προετοίμασε την υπεράσπισή του. Συνακόλουθα επί άλλων εγγράφων της ποινικής διαδικασίας δεν απαιτείται η επίδοση αυτών να συνοδεύεται από επίσημη μετάφρασή τους σε γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος προς τον οποίο αυτά επιδίδονται και ως εκ τούτου δεν καθίσταται άκυρη η επίδοση του εγγράφου όταν δεν επιδίδεται ταυτόχρονα επίσημη μετάφραση τούτου. Στη προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και παράβασης του άρθρου 6 § 3 της ΕΣΔΑ με την ειδικότερη αιτίαση ότι τόσον η κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής να εμφανισθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κιλκίς κατά τη δικάσιμο της 7-6-2005, όσο και η επίδοση της ερήμην του εκδοθείσας εκκαλουμένης απόφασης δεν έγιναν και σε αντίγραφο μεταφρασμένο στη Ρωσική γλώσσα, την οποία και μόνο γνώριζε, αλλά μόνο στην Ελληνική που αγνοούσε. Σύμφωνα όμως με τα στην προηγουμένη σκέψη εκτεθέντα ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι α)όσον αφορά την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, το Εφετείο δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, αφού όπως προκύπτει από την από 1-3-2006 έκθεση έφεσης ενώπιον της Γραμματέα Πλημ/κών Κιλκίς ..., επιτρεπτά σκοπούμενη για τον έλεγχο της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως η για τον παραπάνω λόγο ακυρότητα αυτού δεν περιελαμβάνετο μεταξύ των λόγων της έφεσης, β) όσον αφορά την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης διότι δεν δημιουργεί ακυρότητα η μη ταυτόχρονη επίδοση της σε επίσημη μετάφραση στη γλώσσα που κατανοεί ο κατηγορούμενος. Σε κάθε πάντως περίπτωση το εφετείο δεν υπερέβη την εξουσία του αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά τους χρόνους των παραπάνω επιδόσεων κατανοούσε την Ελληνική γλώσσα. Επομένως ο περί του αντιθέτου ως άνω 2ος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 2014/2009). 

 

Επί αιτήματος για διενέργεια ανακριτικών πράξεων, αν ο Ανακριτής φρονεί ότι δεν πρέπει να ενδώσει, το σχετικό αίτημα εισάγεται και επιλύεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Επομένως δεν είναι επιτρεπτή η υποβολή τέτοιων αιτημάτων ούτε στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και πολύ περισσότερο στο Συμβούλιο Εφετών που κρίνει κατ’έφεση, τυχόν δε υποβολή αυτών δεν δημιουργεί υποχρέωση του Συμβουλίου να απαντήσει (ΣυμβΑΠ 1724/2007 Ποιν.Δικ. 2008,σελ.523).

 

Η μη απόδοση των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων αποτελεί γνήσιο έγκλημα παράλειψης, η δε θεσπιζόμενη με το άρθρο 679§4 ΕμπΝ απαγόρευση στον πτωχεύσαντα να προβεί σε πληρωμές μετά την ημέρα της παύσης των πληρωμών, ενεργεί ως αναιρετικό στοιχείο του δόλου που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος (ΑΠ 2295/2005 Ποιν.Δικ.2006:654).

 

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώσει τα οφειλόμενα προς το δημόσιο χρέη, επειδή είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με ημέρα παύσης πληρωμών προγενέστερη της πιο πάνω αξιόποινης πράξης δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα σε αυτόν (ΑΠ 2618/2008 Ποιν.Δικ.2009 σελ.869).

 

 

Προκειμένου να βρεθεί ο εφαρμοστέος κατ’άρθρο 2 ΠΚ ευνοϊκότερος νόμος γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων προς εφαρμογή διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται σε καθεμία από αυτές (ΣυμβΑΠ 172/2002 Ποιν.Δικ.2002:683).

 

Η τοξικομανία από μόνη της δεν οδηγεί ούτε σε άρση ούτε σε μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό για πράξη του κοινού ποινικού δικαίου, αν δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις των άρθρων 34 ή 36 ΠΚ. Επομένως το Δικαστήριο δεν οφείλει να θεωρήσει ότι ο τοξικομανής κατηγορούμενος στερείται ικανότητας προς καταλογισμό εξ αιτίας και μόνο της τοξικομανίας του (ΑΠ 157/2002 Ποιν.Δικ.2002:1278).

 

Ο αυτοτελής ισχυρισμός της τοξικομανίας προβαλλόμενος σε δίκη για κάποια αξιόποινη πράξη δεν οδηγεί από μόνος του στην έλλειψη (ολοκληρωτική ή μειωμένη) της ικανότητας προς καταλογισμό, εφόσον δεν συντρέχει παράλληλα με τις αναφερόμενες στο άρθρο 34 ΠΚ καταστάσεις, όπως η διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης (ΑΠ 2102/2007 Ποιν.Δικ.2008,σελ.682).

 

Η διάταξη του άρθρου 577§2 ΚΠΔ περί επισύναψης στη δικογραφία του δελτίου ποινικού μητρώου σε σφραγιστό φάκελο, που αποσφραγίζεται μετά από την απαγγελία της περί της ενοχής απόφασης του Δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά, δεν εφαρμόζεται όταν ο κατηγορούμενος ζητεί να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου εντίμου βίου και ο ίδιος επικαλείται ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο (ΑΠ 1099/2004 Ποιν.Δικ.2004:1086).

 

Επέρχεται χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου, που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για ορισμένες από τις επιμέρους πράξεις εξακολουθούντος εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικαστεί ο κατηγορούμενος πρωτοδίκως, διατηρήσει όμως την ίδια ποινή (ΑΠ 284/2005 Ποιν.Δικ.2005:775).

 

Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν ερωτήσεις σε άλλο κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση, κατά της απαγορευτικής διάταξης του οποίου ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να ασκήσει αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο (ΑΠ 865/2004 Ποιν.Δικ.2004:1058).

 

Στην απαγόρευση λήψης υπόψη της ανώμοτης κατάθεσης του κατηγορουμένου κατ’άρθρο 105§§1,2 ΚΠΔ δεν εμπίπτει η λήψη υπόψη άλλων καταθέσεων, όπως λ.χ. εκείνες που δίδονται κατά τη διάρκεια διοικητικής έρευνας πριν αποκτήσει το πρόσωπο την ιδιότητα του κατηγορουμένου, οι οποίες νομίμως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (ΑΠ 1723/2003 Ποιν.Δικ.2004:236).

 

Η μαρτυρική κατάθεση ιατρού δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν τα περιστατικά που αυτός καταθέτει αφορούν το γεγονός της ιατρικής εξέτασης ή διάγνωσης. Η ίδια όμως κατάθεση λαμβάνεται υπόψη κατά το μέρος που ο μάρτυρας δεν βεβαιώνει σε αυτήν πραγματικά γεγονότα, αλλά καταθέτοντας ως μάρτυρας με ειδικές γνώσεις προβαίνει σε διατύπωση γενικών επιστημονικών κρίσεων σχετικά με το κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς ζήτημα (ΕφΑΘ 7295/2001 Ποιν.Δικ.2004:1270).

 

Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβανόμενο μετά από έφεση του καταδικασθέντος κατηγορουμένου μετατρέψει την – έστω και μικρότερη από εκείνη που επέβαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο- επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή σε χρηματική, μολονότι το πρωτοβάθμιο είχε αναστείλει τη μεγαλύτερη επιβληθείσα ποινή, καθιστά χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου και υπερβαίνει θετικά την εξουσία του (ΑΠ 2029/2004 Ποιν.Δικ.2005:372).

 

Αν αποχωρήσει ο κατηγορούμενος από το ακροατήριο μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η δίκη συνεχίζεται σαν να ήταν παρών συνεχώς, η δε μετά την αποχώρησή του εκδιδόμενη απόφαση θεωρείται ότι απαγγέλλεται παρόντος του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων μέσων κατά της απόφασης δεν είναι αναγκαία η επίδοσή της στον κατηγορούμενο (ΑΠ 2067/2004 Ποιν.Δικ.2005:378).

 

Η απαγόρευση που αφορά το άρθρο 211Α Κ.Π.Δ ισχύει μόνο στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και δη οσάκις το Δικαστήριο άγεται σε καταδικαστική κρίση λαμβάνοντας ως αποκλειστικό μέσο τη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη και δεν έχει εφαρμογή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη (ΣυμβΑΠ 1302/2004 Ποιν.Δικ.2004:1333).

 

Για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της απόφασης να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της απόφασης αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές και παραινέσεις,πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης (ΑΠ 2043/2007 Ποιν.Δικ.2008,σελ.673).

 

Από τη διάταξη του άρθρου 366§1εδ.γ-δ Κ.Π.Δ προκύπτουν τα εξής: α) ο συνήγορος του κατηγορουμένου δεν έχει δικαίωμα να απευθύνει ερωτήσεις προς τον κατηγορούμενο μετά την απολογία του ούτε με τη διαμεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση και β) ο πολιτικώς ενάγων, είτε ο ίδιος είτε ο συνήγορός του, επιτρέπεται να υποβάλλουν ερωτήσεις στον κατηγορούμενο μόνο με τη μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, εφόσον όμως υποβάλλεται από αυτόν σχετικό αίτημα (ΑΠ 2058/2007 Ποιν.Δικ.2008,σελ.678).

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 101, 102, 103 και 273 παρ. 3 του ΚΠοινΔ που αναφέρονται στην ανακοίνωση από τον ανακριτή στον κατηγορούμενο των εγγράφων της ανακρίσεως, την εξήγηση προς αυτόν των δικαιωμάτων του και την εξέταση του, σαφώς προκύπτει ότι η ανακοίνωση προς τον τελευταίο των εγγράφων της ανακρίσεως πρέπει να γίνεται προς αυτόν μόλις εμφανισθεί σε απολογία, για να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους και να ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Την ίδια υποχρέωση έχει ο ανακριτής και για άλλα έγγραφα, τα οποία υπήρχαν και από παράλειψη δεν τέθηκαν υπόψη του κατηγορουμένου, ή περιήλθαν στην ανάκριση μετά την πρώτη τυπική εμφάνιση αυτού και την χορήγηση προς αυτόν προθεσμίας προς απολογία. Όταν, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 102 του ΚΠοινΔ χορηγηθεί στον εμφανισθέντα κατηγορούμενο προθεσμία για απολογία και την ορισθείσα ημερομηνία προς απολογία του ο ανακριτής, πριν την εξέτασή του, θέσει υπόψη του και άλλα έγγραφα της ανακρίσεως τα οποία για οποιοδήποτε λόγο δεν είχαν ανακοινωθεί σ' αυτόν, δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από τη μη γνωστοποίησή τους κατά την πρώτη αρχική ενώπιον του ανακριτή εμφάνισή του, αφού πριν την από την ουσιαστική απολογία του λαμβάνει γνώση και των εγγράφων αυτών και μπορεί για την πληρέστερη υπεράσπισή του να ζητήσει (άρθρο 102 παρ.2) την παράταση της προθεσμίας προς απολογία (ΑΠ 1703/2007).

 

Οι αναιρεσείοντες Γ. Α. και Σ. Χ. υποστηρίζουν ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο για απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνίσταται στο ότι, κατά παραβίαση των υπερασπιστικών τους δικαιωμάτων, δεν εξέτασε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που ενήργησε την προκαταρκτική εξέταση προταθέντες από αυτούς μάρτυρες υπερασπίσεώς τους (4 από τον πρώτο και 5 από το δεύτερο).Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά το στάδιο της προδικασίας, η εξέταση των προτεινομένων, από τον κατηγορούμενο ή τον πολιτικώς ενάγοντα, μαρτύρων εναπόκειται στην κρίση του ενεργούντος την ανάκριση, την προανάκριση ή την προκαταρκτική εξέταση, ο οποίος προβαίνει σ΄ αυτήν αν τη θεωρεί αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, η άρνησή του δε να εξετάσει τους προτεινόμενους μάρτυρες αντιμετωπίζεται μόνο με προσφυγή στο Δικαστικό Συμβούλιο και δεν ιδρύει κανέναν από τους περιοριστικώς στο άρθρο 484 Κ.Π.Δ (ΑΠ 570/2006)

 

Κατά το άρθρο 320 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως. Κατά δε το άρθρο 321 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΟινΔ το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει μεταξύ των άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που καθορίζει την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η κλήση για την εμφάνιση (άρθρο 320) ως προς την αξιόποινη πράξη πρέπει να αναφέρεται στο παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τα λοιπά δε να περιέχει όσο και το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά κατά την παράγραφο 4 του αυτού άρθρου 321 ΚΠοινΔ υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία, αν δεν καλυφθεί, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Αν προηγουμένως της κλήσεως επιδόθηκε στον κατηγορούμενο το βούλευμα της παραπομπής (άρθρο 313, 314 ΚΠοινΔ) και σ' αυτό γίνεται πλήρης καθορισμός των στοιχείων του εγκλήματος και μνεία της ποινικής διάταξης που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή, δεν επέρχεται, σχετική ακυρότητα, καθόσον, ήδη, αυτός έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξης και της ποινικής διάταξης που προβλέπει αυτή και για την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο (ΑΠ 195/2008).

 

Πολιτική Αγωγή Πτωχεύσασας Α.Ε.

Αν η αξιόποινη πράξη στρέφεται κατά της Α.Ε είτε πριν αυτή τεθεί σε κατάσταση πτώχευσης είτε και μετά την πτώχευση, αυτή μόνη η εταιρία πάντοτε υφίσταται την ηθική βλάβη λόγω προσβολής στην εμπορική της πίστη και όχι η ομάδα των πιστωτών ούτε ο σύνδικος αυτής και επειδή η δικαιούμενη χρηματική ικανοποίηση της πτωχεύσασας εταιρίας είναι αυστηρά προσωπική, δεν υπάγεται στην πτωχευτική περιουσία και δεν μπορεί να ασκηθεί υπό των δανειστών, μόνη δε η πτωχεύσασα ανώνυμη εταιρία νομιμοποιείται ενεργητικά και μπορεί να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση, εκπροσωπούμενη από τη μέχρι την πτώχευση νόμιμη καταστατική διοίκησή της (ΔΣ) και όχι ο ορισθείς σύνδικος της πτώχευσης (ΟλΑΠ 2/2012).

Πρακτικά Δικονομικά Ζητήματα

Συλλογή νομολογιακών και θεωρητικών πληροφοριών για ειδικά δικονομικά ζητήματα:

===Χρήση πληροφοριών από άρση απορρήτου ποινικής δικογραφίας σε διοικητική και πειθαρχική διαδικασία

===Τυχαία ευρήματα σε κατ’οίκον έρευνα βάσει ΕΕΣ και  διάκριση με SIS, συμπτωση αιτημάτων έκδοσης και παροχής διεθνούς προστασίας ή ασύλου

===Δικαιώματα και υποχρεώσεις σε κατ’οίκον έρευνες

 ===Δικαίωμα πρόσβασης σε email και οι προϋποθέσεις επιτρεπτού

 ===Εξέταση βιολογικού υλικού από Εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ και οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις

===Αποδεικτική αξιοποίηση μαρτυρίας συγκατηγορουμένου)

Επιμέλεια Λάμπρος Τσόγκας

Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης

 

====Γν ΕισΑΠ 2/2017 (Χρήση πληροφοριών από άρση απορρήτου ποινικής δικογραφίας σε διοικητική και πειθαρχική διαδικασία)

Ειδικότερα, στο μεν άρθρο 4 του περί ου ο λόγος νόμου προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες είναι επιτρεπτή η άρση του απορρήτου, ενώ με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου καθορίζεται η διαδικασία άρσης, στην παράγραφο δε 10 αυτού του άρθρου ορίζεται ότι το περιεχόμενο της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας που έγινε γνωστό λόγω της άρσης του απορρήτου, καθώς επίσης και κάθε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο απαγορεύεται, και μάλιστα με ποινή ακυρότητας, να αξιοποιηθεί αποδεικτικά σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο είχε καθορισθεί με τη διάταξη του αρμόδιου Συμβουλίου. Από την αρνητική, ως άνω, εκφορά της διάταξης αυτής, σαφώς προκύπτει ότι τα αποκτηθέντα από την άρση του απορρήτου στοιχεία λαμβάνονται υπόψη ως άμεση ή έμμεση απόδειξη μόνο στην ίδια ποινική και αντίστοιχη διοικητική ή πειθαρχική δίκη, στην οποία αφορά η γενομένη άρση του απορρήτου. Κατ’ εξαίρεση, όμως, η δικαστική αρχή που εξέδωσε την περί άρσης του απορρήτου διάταξη, έχει τη δυνατότητα, με αιτιολογημένη νεότερη διάταξή της, να επιτρέψει να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπόψη τα παραπάνω στοιχεία, αν χρησιμεύουν για τη διακρίβωση άλλου ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος από αυτά που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4 του νόμου αυτού, καθώς και για την υπεράσπιση κατηγορουμένου σε ποινική δίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα. Από τις προειρημένες διατάξεις συνάγεται ότι το απόλυτα απαραβίαστο του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, καθώς και η απόλυτη απαγόρευση της χρήσης και αποδεικτικής αξιοποίησης στοιχείων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών προβλέψεων, κάμπτεται από τις διατάξεις του Ν 2225/1994, παρεκτός από τη συνδρομή λόγων εθνικής ασφάλειας, με σκοπό και τη διακρίβωση τέλεσης διακεκριμένης διαβάθμισης εγκλημάτων, με τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας, τα αρμόδια όργανα της οποίας, δηλαδή το Συμβούλιο Εφετών ή Πλημμελειοδικών, σε κάθε περίπτωση ελέγχουν τη συνδρομή των προς τούτο προϋποθέσεων και αιτιολογημένα κρίνουν την αναγκαιότητα άρσης του απορρήτου, το περιεχόμενο δε και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας που έχουν συγκεντρωθεί από την ενεργοποίηση της διάταξης για την άρση του απορρήτου, νομίμως χρησιμοποιούνται και λαμβάνονται υπόψη τόσο στην ποινική όσο και σε συναφή πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη, εφόσον πρόκειται για τον αυτό σκοπό που είχε καθορισθεί με τη σχετική για την άρση του απορρήτου διάταξη. Περαιτέρω, τα στοιχεία της επικοινωνίας, τα οποία έγιναν γνωστά από την προηγουμένως διαταχθείσα άρση του απορρήτου, καθώς και οποιοδήποτε άλλο σχετικό με αυτή στοιχείο, δεν επιτρέπεται μεν να αξιοποιηθούν αποδεικτικά σε άλλη ποινική, πολιτική, διοικητική και πειθαρχική δίκη για σκοπό διαφορετικό από εκείνον που καθορίσθηκε με τη σχετική διάταξη, πλην, όμως, τα αποκαλούμενα στην περίπτωση αυτή «τυχαία ευρήματα» είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη και να τύχουν της προσήκουσας αποδεικτικής αξιοποίησης όχι μόνο σε άλλη ποινική δίκη, αλλά, ενόψει του αδιάστικτου της διατύπωσης της συγκεκριμένης διάταξης, και σε διοικητική ή πειθαρχική δίκη και διοικητική εν γένει διαδικασία, ιδίως όταν ο σκοπός δεν είναι διαφορετικός από αυτόν για τον οποίο διατάχθηκε η άρση του απορρήτου, με την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει προηγηθεί σχετική, επαρκώς αιτιολογημένη, κρίση της δικαστικής αρχής που εξέδωσε την αρχική διάταξη. Άλλωστε, εφόσον το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία της επικοινωνίας που προέρχονται μετά από τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου, έγιναν γνωστά με την επισύναψή τους στην οικεία δικογραφία και επιτρέπεται η άμεση ή έμμεση αποδεικτική αξιοποίησή τους, πολύ δε περισσότερο όταν τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαιτίου όχι μόνο δεν αφίστανται εκείνων που στοιχειοθετούν τα πειθαρχικά παραπτώματα, αλλά συμπίπτουν με αυτά, όπως στις περιπτώσεις του προκείμενου ερωτήματος, δεν διαθέτει σοβαρό δογματικό και λογικό έρεισμα η αντίθετη άποψη, κατά την οποία είναι ανεπίτρεπτη η αξιοποίησή τους σε διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως δίκη. Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν και με δεδομένη, σύμφωνα με την ιστόρηση του πραγματικού των κρισιολογούμενων περιπτώσεων, τη νομιμότητα της διαδικασίας άρσης του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των ελεγχόμενων πειθαρχικά αστυνομικών, κατά το στάδιο της ποινικής διαδικασίας, για τη διακρίβωση των διαλαμβανόμενων στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν 2225/1994 εγκλημάτων, είναι επιτρεπτή κατά νόμο η λήψη υπόψη, επεξεργασία, ανάλυση και αποδεικτική αξιοποίηση, στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας και στις τρεις υπό εξέταση υποθέσεις, των στοιχείων που προέκυψαν από την άρση του απορρήτου, τα οποία ζητήθηκαν από τις δικαστικές και δη τις ανακριτικές αρχές και περιήλθαν νομίμως στα αρμόδια, για τη διεκπεραίωση της εν λόγω διαδικασίας, όργανα της Ελληνικής Αστυνομίας και συνακόλουθα, η απάντησή μας επί των επιμέρους σχετικών ερωτημάτων παρίσταται θετική.

 

===Άρθρο Π.Μπρακουμάτσου Ποιν.Δικ.Ιουλ.2017 (Τυχαία ευρήματα σε κατ’οίκον έρευνα βάσει ΕΕΣ και  διάκριση με SIS, συμπτωση αιτημάτων έκδοσης και παροχής διεθνούς προστασίας ή ασύλου)

Κατ’ οίκον έρευνα βάσει ΕΕΣ ή SIS

Εν προκειμένω πρέπει να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: 1η) Αν κάποιος πρόκειται να συλληφθεί βάσει ΕΕΣ ή βάσει καταχώρισης στο SIS[18]. Στην περίπτωση αυτή κατά το άρθρο 15 Ν 3251/2004 ο εκζητούμενος συλλαμβάνεται και οδηγείται χωρίς αναβολή στον εισαγγελέα εφετών. Η ανωτέρω σύλληψη πολλές φορές είναι εφικτή μόνο αν γίνει έρευνα στην κατοικία που διαμένει ο εκζητούμενος. Η ανωτέρω ενέργεια είναι νόμιμη υπό τις προυποθέσεις των άρθρων 9 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντ. και των άρθρων 253, 254, 255 και 256 ΚΠΔ, καθόσον η σύλληψη του εκζητουμένου είναι νόμιμη και διέπεται από τα ανωτέρω άρθρα. Τυχόν έρευνα προς ανεύρεση πειστηρίων ή άλλων αντικειμένων που σχετίζονται με την αξιόποινη πράξη είναι επίσης νόμιμη. Τούτο συνάγεται από το άρθρο 29 του Ν 3251/2004 σύμφωνα με το οποίο η αρμόδια αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ΕΕΣ προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε κατάσχεση και παράδοση των ανωτέρω αντικειμένων. Κατά την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου η κατάσχεση εκτελείται με μέριμνα του εισαγγελέα εφετών κατ’ ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 251-269 ΚΠΔ. Τούτο περαιτέρω σημαίνει ότι η κατάσχεση των ανωτέρω αντικειμένων πριν την απόφαση του δικαστικού συμβουλίου είναι νόμιμη και το τελευταίο με την οριστική απόφασή του αποφαίνεται οριστικά περί αυτών. 2η) Αν κάποιος πρόκειται να συλληφθεί σε εκτέλεση αιτήματος έκδοσης. Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν στην 1η περίπτωση. Εξάλλου τούτο προβλέπεται από το άρθρο 446 ΚΠΔ.

 Τυχαία ευρήματα

Αν κατά την έρευνα στις ανωτέρω περιπτώσεις, πέραν από την κατάσχεση των πειστηρίων και λοιπών αντικειμένων που σχετίζονται με το έγκλημα για το οποίο εκκρεμεί ΕΕΣ ή αίτημα έκδοσης, ευρεθούν αντικείμενα που σχετίζονται με άλλη αξιόποινη πράξη. Π.χ. γίνεται κατ’ οίκον έρευνα για τη σύλληψη του εκζητουμένου για το έγκλημα του άρθρου 299 παρ. 1 ΠΚ και κατάσχονται τα πειστήρια, πλην όμως κατά τη διενέργεια της έρευνας ανευρίσκονται και ναρκωτικές ουσίες (άρθρο 20 Ν 4139/2013). Είναι νόμιμη η κατάσχεσή τους και η αξιοποίησή τους από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές; Εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 243 παρ. 2 για την αυτεπάγγελτη προανάκριση. Έτσι αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος από την καθυστέρηση ή υπάρχει αυτόφωρο έγκλημα (πλημμέλημα ή κακούργημα) είναι επιτρεπτή η κατάσχεσή τους[19].

 Σύμπτωση αιτημάτων έκδοσης και παροχής διεθνούς προστασίας ή ασύλου

Στη δικαστηριακή πρακτική είναι σύνηθες το φαινόμενο κατά του υπηκόου τρίτης χώρας να εκκρεμεί αίτημα έκδοσης, ενώ αυτός να έχει υποβάλει αίτημα παροχής πολιτικού ασύλου. Το ζήτημα που ανακύπτει συνίσταται στο αν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές μπορούν να γνωμοδοτήσουν για το αίτημα της έκδοσης, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία για την παροχή ασύλου ή οφείλουν να αναμένουν την τελεσίδικη περαίωση αυτής στον εκζητούμενο.

Λύση στο θέμα επιχειρεί να δώσει το άρθρο 37 του Ν 4375/2016 που ενσωμάτωσε το άρθρο 9 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ που ορίζει «1. Οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας και απαγορεύεται η απομάκρυνσή τους με οποιονδήποτε τρόπο. 2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3251/2004 (Α΄ 127), είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα, με την εξαίρεση της χώρας καταγωγής του αιτούντος, ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η παράδοση ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε έμμεση ή άμεση επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ΠΔ 141/2013, του άρθρου 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, του άρθρου 3 της Διεθνούς Σύμβασης της Νέας Υόρκης κατά των Βασανιστηρίων, του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, των άρθρων 4 και 19 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του άρθρου 5 του Συντάγματος. Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησής του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος».

Ωστόσο το ζήτημα δεν λύνεται οριστικά, καθόσον θα υπάρξουν περιπτώσεις, κατά τις οποίες αυτός στον οποίο χορηγήθηκε πολιτικό άσυλο είναι επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια.

 

===ΣυμβΠλημΤρικ 301/2017 (Δικαιώματα και υποχρεώσεις σε κατ’οίκον έρευνες)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 97 ΚΠΔ: «Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να παρίστανται με συνήγορο σε κάθε ανακριτική πράξη, με εξαίρεση την εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορουμένων, εκτός αν πρόκειται για την περίπτωση της παρ. 2 του άρθρου 219. Γι’ αυτό τον σκοπό προσκαλούνται έγκαιρα οι διάδικοι να παρευρεθούν οι ίδιοι ή να εκπροσωπηθούν από τους συνηγόρους τους. 2. Αν ο κατηγορούμενος κρατείται, θα πρέπει να προσαχθεί, εκτός αν η προσαγωγή του δημιουργεί δυσχέρειες». Η καθιερούμενη, όμως, στην ανωτέρω γενική περί ανακριτικών πράξεων δικονομική διάταξη, υποχρέωση για έγκαιρη πρόσκληση των διαδίκων προς παρεύρεση ή εκπροσώπηση αυτών διά συνηγόρου κατά τη διεξαγωγή τέτοιων πράξεων, ισχύει μόνον εφ’ όσον δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό στην ειδικότερη διάταξη του ΚΠΔ, που ρυθμίζει τη διαδικασία και τους όρους της εκάστοτε ανακριτικής πράξης (άρθρα 253-269 ΚΠΔ). Ειδικότερα, όσον αφορά την κατ’ οίκον έρευνα, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της αναγράφονται στα άρθρα 253, 257, 256 ΚΠΔ. Κατά δε το άρθρο 256 ΚΠΔ, στις έρευνες των κατοικιών, όποιος διεξάγει την έρευνα πρέπει να προσκαλεί τον ένοικο των διαμερισμάτων που θα ενεργηθούν να παρευρίσκεται κατά τη διεξαγωγή της. Σε περίπτωση απουσίας του, προσκαλείται να παρευρεθεί ένας γείτονας.

Στις διατάξεις, όμως, των άρθρων αυτών, όχι απλώς δεν γίνεται ρητή μνεία περί υποχρεώσεως των διεξαγόντων την ανάκριση ή των ανακριτικών υπαλλήλων να γνωστοποιούν στον θιγόμενο τη μέλλουσα να διεξαχθεί έρευνα στην οικία του ή να τον προσκαλούν εκ των προτέρων να παρευρεθεί σε αυτή, αλλ’ αντιθέτως η περιγραφόμενη σε αυτές διαδικασία, που προσδίδει στην κατ’ οίκον έρευνα τον χαρακτήρα ανακριτικής πράξης που εξαρτά την επιτυχία της από τον αιφνιδιασμό του θιγομένου, πριν αυτός προλάβει να κρύψει ή να καταστρέψει το κρίσιμο αποδεικτικό υλικό, ουδόλως εναρμονίζεται με τέτοιου είδους υποχρέωση. Αρκεί να επισημανθεί προς επίρρωση των ανωτέρω ότι η φύση της κατ’ οίκον έρευνας ως αιφνιδιαστικού μέτρου συνάγεται σαφώς από τη διατυπούμενη στα άρθρα 255 και 256 ΚΠΔ βούληση του νομοθέτη η κατ’ οίκον έρευνα να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε κατά την επιλεγείσα κατάλληλη προς επιτυχή έκβαση χρονική στιγμή, είτε ο καθ’ ου ευρίσκεται στην οικία του και αρνείται (οπότε η κλειστή πόρτα της οικίας παραβιάζεται κατά το εδ. β΄ της παρ. 1 άρθρου 255 ΚΠΔ), είτε αυτός απουσιάζει από την οικία του (οπότε η έρευνα προχωρεί, αφού προηγουμένως προσκληθεί για να παρευρεθεί ένας γείτονας - βλ. τελευταίο εδάφιο άρθρου 256 ΚΠΔ). Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 251 ΚΠΔ, ο κύριος σκοπός στον οποίο κατατείνει η ανακριτική έρευνα είναι η συλλογή των αποδείξεων και η διατήρηση αυτών ως και η εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος, ενώ κατά τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 252 ΚΠΔ: «Όταν γίνεται αυτοψία, έρευνα και κατάσχεση, οι αναφερόμενοι στο προηγούμενο άρθρο έχουν δικαίωμα να κλείνουν κατοικίες ολικά ή μερικά, να θέτουν σφραγίδες, να διορίζουν φύλακες και γενικά να παίρνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην υπεξαιρεθούν, υπεξαχθούν ή μεταβληθούν αντικείμενα χρήσιμα στην ανάκριση ούτε να απομακρυνθούν ή να ξεφύγουν από τις έρευνές τους άνθρωποι ύποπτοι». Συνεπώς, η επίσημη ειδοποίηση, έστω και μέσω παρενθέτου προσώπου, του υπόπτου δράστη, ο οποίος κρύπτει στην οικία του αντικείμενα ή προϊόντα αξιοποίνων πράξεων, σχετικά με μέλλουσα να διεξαχθεί στην οικία του έρευνα προς ανεύρεση και κατάσχεση αυτών, θα είχε ως ευλόγως αναμενόμενο αποτέλεσμα την προσπάθεια του προσώπου αυτού να απομακρύνει ή να εξαφανίσει τα εν λόγω αντικείμενα πριν τη διενέργεια της έρευνας και με κάθε τρόπο, ούτως ώστε αυτή να αποβεί άκαρπη και η σχετική σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική κατηγορία να καταρρεύσει (βλ. υπ’ αριθ. Α/94/3492/27.2.1997 Γνωμοδότηση Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Χαλκίδος, ΠοινΧρ 1997, 320).

 

 

 

===ΟλΑΠ 1/2017 (δικαίωμα πρόσβασης σε email και οι προϋποθέσεις επιτρεπτού)

Κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημοσίων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων της παρ. 2, με αυτές θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών (ΣτΕ 1091/2015). Στην έννοια του απορρήτου εμπίπτει κατ’ αρχήν το περιεχόμενο της επικοινωνίας, με όποιο τρόπο και αν αυτή διεξάγεται. Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ’ εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντ., που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης) αλλά το απόρρητο του μηνύματος. Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές) αλλά και οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών. Και τούτο, είτε η επικοινωνία πραγματοποιείται από την κατοικία είτε από τον χώρο εργασίας των επικοινωνούντων. Το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντ. προστατεύει μόνο την «επικοινωνία σε οικειότητα και όχι την επικοινωνία σε δημοσιότητα». Αν και χαρακτηρίζεται ως «απόλυτο», το απόρρητο αίρεται κατά τους όρους που θέτει η ίδιο συνταγματική διάταξη. Το ζήτημα της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, αν δηλαδή η προστασία αυτή περιορίζεται στο χρόνο της καθ εαυτής διεξαγωγής της επικοινωνίας ή εκτείνεται και στο μεταγενέστερο στάδιο αυτής, δεν έχει αντιμετωπιστεί από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ενώ στη θεωρία έχουν υποστηριχθεί δύο αντίθετες απόψεις.

Τα ηλεκτρονικά μηνύματα, που όπως προαναφέρθηκε εμπίπτουν και αυτά στο απόρρητο των ανταποκρίσεων, προστατεύονται κατά την παρ. 1 του άρθρου 19 Συντάγματος μόνο κατά το στάδιο της επικοινωνίας. Μετά την ολοκλήρωσή της, ηλεκτρονικά μηνύματα που διατηρεί ο αποστολέας ή ο παραλήπτης τους σε τυπωμένη μορφή ή στον υπολογιστή του, χωρίς χρήση κωδικού πρόσβασης, δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 19 παρ. 1 Συντ., αλλά σε εκείνο των διατάξεων 9 και 9Α του Συντ.

Ειδικά για τα ηλεκτρονικά μηνύματα και το ότι αυτά δεν καλύπτονται από τις εγγυήσεις του απορρήτου, μετά την ανάγνωσή τους, έχει εκδοθεί η από 2.3.2006 απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω μηνύματα, από τη στιγμή που έχουν αποθηκευθεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του παραλήπτη τους δεν προστατεύονται από το απόρρητο των επικοινωνιών (άρθρο 10 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης), αλλά με βάση το δικαίωμα του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης). Αντιθέτως, το προϊόν τηλεφωνικής υποκλοπής, όπως έχει αποτυπωθεί σε μαγνητοταινία, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 19 παρ. 1 του Συντ., διότι δεν μπορούσε να συλλεγεί παρά μόνο κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας, και για το λόγο αυτόν και η αυστηρή μεταχείριση της χρήσης και ειδικότερα της αναμετάδοσης του προϊόντος υποκλοπής όχι μόνο τη στιγμή που αυτή πραγματοποιείται, αλλά και πολύ μεταγενέστερα. Να σημειωθεί τέλος ότι στην υπ’ αριθ. 6/2008 Γνωμοδότησή του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δέχεται ότι ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή δεν αποτελεί είδος επικοινωνίας και ότι, συνεπώς, τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν εμπίπτουν στην προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα αναζητηθέντα και επανεφερθέντα (ανασυρθέντα) αρχεία, δεν υπεκλάπησαν κατά την διάρκεια επικοινωνίας και δεν αφαιρέθηκαν από προσωπικό ηλεκτρονικό αρχείο των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας εταιρίας με διάρρηξη μυστικού κωδικού πρόσβασης, αλλά από τον σκληρό δίσκο των εταιρικών υπολογιστών, που αυτοί χρησιμοποιούσαν. Και τούτο, μετά την άρνησή τους να παραδώσουν στην αναιρεσείουσα τα σχετικά έγγραφα —είτε τυπωμένα είτε ως ηλεκτρονικά αρχεία— προκειμένου η τελευταία να συνεχίσει απρόσκοπτα την επιχειρηματική δράση της.

Συνεπώς υπό τα δεδομένα αυτά, τα επίμαχα αρχεία δεν καλύπτονταν από το απόρρητο των ανταποκρίσεων και δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 19 του Συντ.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα κρίσιμα αρχεία περιλαμβάνουν έγγραφα και άλλα στοιχεία τα οποία οι πρώην υπάλληλοι της αναιρεσείουσας συνέταξαν, απέστειλαν ή και παρέλαβαν στον χώρο εργασίας τους με χρήση εταιρικών υπολογιστών. Επί πλέον, δεν χρησιμοποιούσαν προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση, αλλά εταιρική, την οποία η αναιρεσείουσα τους είχε παραχωρήσει για τις ανάγκες της εργασίας τους. Ακόμη δεν τέθηκε ζήτημα επιτήρησης ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο παρακολούθησης των παραιτηθέντων πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. Ελέγχθηκαν απλώς εκ των υστέρων οι εταιρικοί υπολογιστές μετά την αποχώρησή τους και την άρνησή τους να παραδώσουν τα αρχεία που χρησιμοποιούσαν στην αναιρεσείουσα εργοδότριά τους. Εξάλλου, τα κρίσιμα δεδομένα δεν ήταν «ευαίσθητα» κατά την έννοια του Ν 2472/1997 (άρθρο 2 περ. β΄). Η συλλογή και επεξεργασία τους από την αναιρεσείουσα δεν απέβλεπε μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντ.) αλλά στην διασφάλιση της εμπορικής πίστης και, εν τέλει, στην προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Πράγματι, η απόδειξη ενώπιον δικαστηρίου της άνω αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς που επέδειξαν οι πρώην υπάλληλοι της αναιρεσείουσας, στο πλαίσιο της άσκησης των υπηρεσιακών καθηκόντων τους, δεν μπορεί να συγκριθεί με την αποκάλυψη στοιχείων της καθαρά προσωπικής ζωής τους, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, οι ερωτικές προτιμήσεις τους, τα θρησκευτικά τους πιστεύω και οι φιλοσοφικές η πολιτικές τους πεποιθήσεις. Γιατί, αν και η συμπεριφορά αυτή ανάγεται στην προσωπική ζωή τους, η προετοιμασία του επαγγελματικού μέλλοντος των εν λόγω υπαλλήλων βρίσκεται προδήλως στην περιφέρεια του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, δηλαδή σε πολύ μεγάλη απόσταση από τον πυρήνα της τελευταίας. Επομένως, η αποκάλυψη των κρίσιμων δεδομένων για την άσκηση του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας της εργοδότριας αναιρεσείουσας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ.), προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα της επιχειρηματικής ελευθερίας της (άρθρα 5 και 106 παρ. 2 Συντ.) είναι καθ’ όλα θεμιτή, η δε, κατά τα άρθρα 9 και 9Α του Συντ. και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, επίκληση των πρώην υπαλλήλων της αναιρεσείουσας των δικαιωμάτων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών δεδομένων, είναι αθέμιτη, αφού η άσκησή τους προσβάλλει δικαιώματα της αναιρεσείουσας που υπερέχουν προφανώς. Τέτοια δικαιώματα ήταν τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, που απορρέουν από το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. και γενικότερα η διασφάλιση της εμπορικής πίστης και του ελεύθερου ανταγωνισμού, που η αποτελεσματική υπεράσπισή τους ενώπιον δικαστηρίου (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ.), επέβαλε την απόδειξη της αντισυμβατικής, αθέμιτης και επιζήμιας για την αναιρεσείουσα συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων πρώην υπαλλήλων της. Άρα η ανάσυρση των κρισίμων αρχείων από τους εταιρικούς υπολογιστές που αυτοί χρησιμοποιούσαν και η χρήση τους ενώπιον δικαστηρίου ήταν νόμιμη.

VI. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα ως άνω αρχεία, που ανασύρθηκαν από την αναιρεσείουσα από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της, που χρησιμοποιούσαν οι αναιρεσίβλητοι, και ήλθαν σε γνώση της, χωρίς τη συγκατάθεση των τελευταίων και χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την άρση του απορρήτου και ότι επομένως τα έγγραφα αυτά, ως αποκτηθέντα κατά παράβαση του απορρήτου των επικοινωνιών, συνιστούν παράνομα αποδεικτικά μέσα και δεν τα έλαβε υπόψη του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Άρα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 11 γ΄ ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της παράβασης του νόμου και της παρά το νόμο μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, και οι οποίοι παραπέμφθηκαν ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας, ως ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

 

===ΟλΣυμβΑΠ 1/2017 (εξέταση βιολογικού υλικού από Εργαστήρια της ΕΛ.ΑΣ και οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις)

Περίληψη (Νομολογιακά έχει γίνει δεκτό, ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, από την παράλειψη του ανακριτή, που ενεργεί ανάκριση για κακούργημα και διόρισε πραγματογνώμονες, να γνωστοποιήσει συγχρόνως το διορισμό αυτών στον κατηγορούμενο, για να ασκήσει τα εκ των άρθρων 192 και 204 του ΚΠΔ δικαιώματά του, όταν ανατίθεται η ενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 184 του ΚΠΔ, σε ειδικώς από τον νόμο καθιδρυμένο εργαστήριο (ΑΠ 956/2003, 14443/1999), όπως είναι και το κατά το άρθρο 30 παρ. 1 και 2Ε εδ. α΄ του ΠΔ 14/2001, όπως ισχύει, Εργαστήριο Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών Ατόμων της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο ελέγχει την καταλληλότητα των δειγμάτων βιολογικών υλικών, που παραλαμβάνει, τα καταγράφει, μεριμνά για την ασφαλή φύλαξή τους σε κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους και ενεργεί όλες τις απαραίτητες εργαστηριακές αναλύσεις Δεοξυριβονουκλεϊκού Οξέος, που προέρχεται από βιολογικά υλικά ατόμων, προκειμένου να συγκριθούν με τα ευρήματα του Τμήματος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών. Η άποψη αυτή, καθ’ όσον αφορά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά το άρθρο 200Α του ΚΠΔ, δεν μπορεί πλέον να γίνει αποδεκτή μετά τους προαναφερομένους και ισχύοντες από 27.4.2015 ορισμούς της παρ. 1 του άρθρου αυτού, ότι σε κάθε περίπτωση, επομένως και κατά τη λήψη του γενετικού υλικού, εφαρμόζονται «αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208» του ΚΠΔ, έστω και αν, κατά τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως (του άρθρου 30 παρ. 1 και 2Ε εδ. α΄ του ΠΔ 14/2001), η «λήψη του βιολογικού υλικού πραγματοποιείται από την Υπηρεσία που διενεργεί την προανάκριση σύμφωνα με τις οδηγίες της Υποδιεύθυνσης Βιολογικών και Βιοχημικών Εξετάσεων και Αναλύσεων»).

 

===ΑΠ 324/2011 (αποδεικτική αξιοποίηση μαρτυρίας συγκατηγορουμένου)

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ, απαγορεύεται η αποδεικτική αξιοποίηση για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Ωστόσο, δεν παραβιάζεται η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σε αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών. Το δικαστήριο όμως θεμελίωσε την καταδικαστική του απόφαση μόνο στην κατάθεση του αστυνομικού, ο οποίος όσα κατέθεσε σε βάρος του αναιρεσείοντος τα πληροφορήθηκε από τον συγκατηγορούμενό του στην ίδια υπόθεση και συνεπώς επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αναιρουμένης της απόφασης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ αναιρετικού λόγου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου αστυνομικού οι πληροφορίες για τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών αφορούσαν μόνο τον Φ.Ζ. και ότι στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην κατοικία του κατηγορουμένου δεν βρέθηκαν ναρκωτικά.

Με τις παραδοχές όμως αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211Α του ΚΠΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1δ΄ του ίδιου Κώδικα, και ως εκ τούτου δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος, και πρέπει κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).

 

 

 

 

 

 

Σύντμηση Προθεσμίας για Διαγραφή Ποινής από Ποινικό Μητρώο

Ελληνική Δημοκρατία

Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης

 

                                           ΔΙΑΤΑΞΗ

                  Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Λάβαμε υπόψη την από ……….2015 αίτηση του ……… με την οποία ζητεί την κατά το άρθρο 576παρ.7 ΚΠΔ σύντμηση της προθεσμίας καταχώρισης στο αντίγραφο γενικής χρήσης του ποινικού του μητρώου της υπ’αριθ………./2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και κατά συνέπεια τη διαγραφή από το ανωτέρω αντίγραφο της ποινής, που αφορά η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση.

   Ως προς το ζήτημα του θεσμού της αναστολής της ποινής φυλάκισης πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 2 ΠΚ «αν η αναστολή δεν αρθεί, ούτε ανακληθεί, τότε η ποινή που έχει ανασταλεί θεωρείται σαν να μην έχει επιβληθεί». Για το νοηματικό εύρος της φράσεως «σαν να μην έχει επιβληθεί» έχουν διατυπωθεί δύο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη εξ αυτών, με τη δημοσίευση της αποφάσεως, η οποία περιέχει διάταξη περί αναστολής της εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής, η καταδίκη τίθεται υπό διαλυτική αίρεση. Ήτοι, μετά το πέρας του χρόνου της δοκιμασίας εξαφανίζεται και αυτή η ίδια η καταδίκη (βλ. Νικόλαο Ανδρουλάκη, Ιδιωτική Γνωμοδότηση σε ΠοινΧρ ΛΘ΄ (1989), 819, Καρανίκα, Εγχειρίδιον Ποινικού Δικαίου, τόμ. Α΄, Γενικόν Μέρος, σελ. 195, Ζαγκαρόλα, «Της αναστολής μη αρθείσης, η ποινή θεωρείται ως μη καταγνωσθείσα», ΠοινΧρ Ι΄ (1960), 2839 ΕφΑιγ 86/1971 ΠοινΧρ KΒ΄ (1972), 162, ΓνωμΕισΠρωτΛασιθ 716/1971 ΠοινΧρ ΚΑ΄ (1971), 412, ΓνωμΕισΠρωτΣύρου 1197/1953 ΠοινΧρ Γ΄ (1953), 273). Σύμφωνα με άλλη άποψη, εκείνο που πράγματι εννοεί ο ως άνω όρος είναι ότι η καταδίκη δεν εξαφανίζεται, αλλά απλώς με το πέρας του χρόνου της δοκιμασίας θεωρείται ότι δεν επιβλήθηκε ποινή (βλ. Δ. Σπυράκο, σε «ΣυστΕρμΠοινΚωδ», έκδ. 2005, σελ. 1245, Λ. Μαργαρίτη σε Μαργαρίτη/Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, έκδ. 2000, σελ. 417, Μπουρόπουλο, Ερμ. ΠΚ Α΄, σελ. 275, Ζησιάδη, Ποινικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος, τόμος Β΄, σελ. 410 επ., Γάφο, Ποινικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος, τεύχος Γ΄, σελ. 435) και ως εκ τούτου ματαιώνεται οριστικά η εκτέλεσης αυτής. Η τελευταία αυτή θέση που είναι χωρίς αμφιβολία ορθότερη, αφού είναι συνεπής με τη γραμματική και λογικοσυστηματική ερμηνεία των άρθρων 102 παρ. 2 και 104 του ΠΚ (ΓνωμΕισΕφΠατρ της 24-1-2014 δημοσιευθείσα στην ιστοσελίδα της νομικής βιβλιοθήκης στο διαδίκτυο). Ακόμη όταν έλαβε χώρα καταδίκη με αναστολή εκτέλεσης της ποινής, ο χρόνος δοκιμασίας αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης για την αναστολή και τούτο προκύπτει σαφώς από τη διάταξη του άρθρου 101 παρ.2 ΠΚ (Σπ. Μουζακίτης Ζητήματα Εκτέλεσης Ποινικών Αποφάσεων, εκδ.2002,σε.79). Τέλος στο άρθρο 576 ΚΠΔ ορίζεται: "1. Οι υπηρεσίες που τηρούν ποινικό μητρώο εκδίδουν από αυτό δύο τύπους αντιγράφων:

α) το αντίγραφο δικαστικής χρήσης,

β) το αντίγραφο γενικής χρήσης.

2. Στο αντίγραφο δικαστικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου εκτός από εκείνα που έχουν παύσει να ισχύουν σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του προηγούμενου άρθρου.

3. Στο αντίγραφο γενικής χρήσης καταχωρίζεται το περιεχόμενο όλων των δελτίων ποινικού μητρώου, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εκτός από εκείνα:

α) που αναγράφουν χρηματική ποινή ή ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες, μετά την πάροδο τριών ετών.

β) που αναγράφουν ποινή φυλάκισης πέραν των έξι μηνών ή ποινή περιορισμού σε ψυχιατρικό κατάστημα, μετά την πάροδο οκτώ ετών.

γ) που αναγράφουν κάθειρξη, μετά την πάροδο είκοσι ετών.

4. Οι προθεσμίες της προηγούμενης παραγράφου αρχίζουν από την απότιση της ποινής. Αν επήλθε μεταγενέστερη καταδίκη για πλημμέλημα ή κακούργημα, οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από την απότιση της νέας ποινής.

5. Η ποινή θεωρείται ότι αποτίθηκε και όταν:

α) μετατράπηκε σε χρηματική, από την ημέρα καταβολής του ποσού της μετατροπής,

β) χαρίστηκε, από την έκδοση του οικείου προεδρικού διατάγματος,

γ) χορηγήθηκε απόλυση, από την επιτυχή πάροδο του χρόνου δοκιμασίας.

6. Αν η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελέστηκε, οι πιο πάνω προθεσμίες αρχίζουν από την παραγραφή της.

7. Κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για πρώτη καταδίκη ή για καταδίκη που αφορά α) έγκλημα από αμέλεια ή β) έγκλημα με δόλο, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή, οι προθεσμίες που προβλέπουν τα εδάφια α' έως και γ' της παρ. 3 του άρθρου αυτού μπορούν να συντμηθούν στο μισό, με διάταξη του αρμόδιου κατά το άρθρο 580 του Κ.Π.Δ. εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η σύντμηση παρέχεται, αν υπάρχει προσδοκία έντιμου βίου στο μέλλον.

   Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο αιτών με την υπ’αριθ……/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ………. μηνών για την πλημμεληματική πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Η εν λόγω ποινή ανεστάλη επί τριετία κατά το άρθρο 99 ΠΚ. Λόγω του ότι κατέστη αμετάκλητη καταχωρήθηκε στο αντίγραφο ποινικού μητρώου για γενική χρήση κατά το άρθρο 576 ΚΠΔ. Επομένως η κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο  3 εδάφιο β’ του άρθρου 576 ΚΠΔ η διάρκεια καταχώρησης της προαναφερθείσας απόφασης, αφού αφορά ποινή φυλάκισης  άνω των έξι μηνών εκτείνεται μέχρι τη συμπλήρωση οκτώ ετών. Ως έναρξη της εν λόγω προθεσμίας από την παράγραφο 4 του άρθρου 576 ΚΠΔ ορίζεται ο χρόνος απότισης της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ποινή φυλάκισης ανεστάλη κατά το άρθρο 99 ΠΚ επί τριετία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτιθεί στη μείζονα πρόταση της παρούσας, ο χρόνος δοκιμασίας του αιτούντος αρχίζει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης της αναστολής, δηλαδή από τις……2012. Κατά λογικό επακόλουθο με βάση όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, αφού ο χρόνος (της τριετούς) δοκιμασίας του αιτούντος πέρασε με επιτυχία με τη μη  επέλευση λόγου ανάκλησης ή άρσης της αναστολής, έχουν επέλθει οι συνέπειες της φύσης του φαινομένου της αναστολής και έτσι με το πέρας του χρόνου της δοκιμασίας θεωρείται ότι δεν επιβλήθηκε ποινή. Είναι λοιπόν ορθό για τις ανάγκες του άρθρου 576παρ.3,4 ΚΠΔ να θεωρείται ότι η ποινή εκτίθηκε ήδη από το χρόνο έκδοσής της. Τέτοιο επιχείρημα συνάγεται εξ αντιθέτου και από τη διάταξη του εδαφίου γ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 576 ΚΠΔ, κατά την οποία η ποινή θεωρείται ότι αποτίθηκε από την επιτυχή πάροδο του χρόνου δοκιμασίας όταν χορηγήθηκε απόλυση. Επειδή η απόλυση κατά τα άρθρα 105επ. ΠΚ θεωρείται, ότι αποτελεί τρόπο έκτισης της ποινής, πρέπει να γίνει ευθέως διάκριση από την αναστολή εκτέλεσής της. Ως εκ τούτου η διάκριση των δύο αυτών φαινομένων οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι σε περίπτωση χορήγησης αναστολής της ποινής και επιτυχούς παρόδου του διαστήματος δοκιμασίας η ποινή θεωρείται ότι δεν έχει επιβληθεί, άρα για τις ανάγκες της παραγράφου 4 του  άρθρου 576 ΚΠΔ στην προκειμένη περίπτωση η ποινή έχει ήδη αποτιθεί από τις ….3-2012. Περαιτέρω επειδή ο αιτών έχει προοπτική μεταπτυχιακών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του ……… είναι λογικό να ζητεί τη σύντμηση της προθεσμίας καταχώρησης στο μισό κατά το άρθρο 576 παρ.7 ΚΠΔ. Πλην όμως το αίτημα και βάσιμο να θεωρηθεί στην ουσία του, είναι πρόωρο και κατά τούτο μη νόμιμο, αφού ακόμη (μέχρι το χρόνο επεξεργασίας της αίτησης ……..2015)  δεν έχουν  συμπληρωθεί τέσσερα έτη από τις ……2012, οπότε και θα μπορούσε να κριθεί  στην ουσία του. Με βάση τα ανωτέρω το αίτημα είναι μη νόμιμο κα γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί και είναι αυτονόητο ότι ο αιτών πρέπει να επανέλθει με αίτησή του στις …….2016.

 

                               ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Απορρίπτουμε την από ……..2015 αίτηση……….

 

                                              Θεσσαλονίκη ……..2015

                                                      Ο Εισαγγελέας