Ψυχικά πάσχοντες

Ψυχικά πάσχοντες - Λάμπρος Τσόγκας

Οι ψυχικά πάσχοντες και η προσέγγισή τους μέσα από τη νομοθεσία και τη νομολογία
Επιμέλεια: Λάμπρος Σ.Τσόγκας
Εισαγγελέας Πρωτοδικών-Διευθύνων την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης

Η θέση του ΑΠ για την ερμηνεία άρθρου 34 ΠΚ και άρθρου 36 ΠΚ

ΑΠ 1487/2004
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 Π.Κ.: «Η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν, όταν την διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό». Υπό τον όρο «νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών» νοούνται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοβλάβειας ή ολιγοφρενίας (ψυχώσεις, ψυχοπάθειες, νευρώσεις), ενώ στην έννοια της «διατάραξης της συνείδησης» συγκαταλέγονται όλες οι ψυχικές διαταραχές που δεν πηγάζουν από παθολογικά αίτια του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε κατ' αρχήν ψυχικώς υγιή άτομα και είναι εξ ορισμού παροδικές (π.χ. μέθη ύπνου, υπνοβασία, πανικός). Νοσηρή διατάραξη των πνευματικών λειτουργών προκαλούν, πλην άλλων, οι ψυχώσεις, οι οποίες διακρίνονται σε τοξικές ψυχώσεις (π.χ. αλκοολική ψύχωση), σε οργανικές ή εξωγενείς ψυχώσεις, οφειλόμενες σε οργανικές βλάβες του εγκεφάλου (π.χ. όγκοι, κακοήθεις νεοπλασίες, τραυματικές κακώσεις του εγκεφάλου, επιληψία, αρτηριοσκλήρυνση) και σε ενδογενείς ή λειτουργικές ψυχώσεις, των οποίων η σωματική αιτία δεν είναι ειδικώς εντοπισμένη, όπως είναι ιδίως η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση και η σχιζοφρένεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 36 Π.Κ.: «Αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθ. 83)». Η διάταξη αυτή δεν καθιερώνει μία τρίτη αυτόνομη κατηγορία ανάμεσα στην ικανότητα και την ανικανότητα για καταλογισμό, αλλά αποτελεί μία ιδιαίτερη, ειδική μορφή της ικανότητας για καταλογισμό, μέσω της οποίας λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι και στον ικανό για καταλογισμό δράστη μπορεί να είναι ευκολότερο ή δυσκολότερο να επιτύχει την αναμενόμενη (και απαιτούμενη) από το δίκαιο αντίληψη του αδίκου, καθώς και την αντίστοιχη ποδηγέτηση-ηνιόχηση της συμπεριφοράς του. Συνεπώς, ελαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό δεν σημαίνει ότι ο δράστης μόνον εν μέρει είχε την ικανότητα για διάκριση του αδίκου ή ότι θα μπορούσε να κυριαρχηθεί μόνο μέχρις ενός ορισμένου βαθμού. Τουναντίον είναι ικανός για καταλογισμό, αφού θα μπορούσε να είχε διακρίνει το άδικο και να ελέγξει τη συμπεριφορά του, καταβάλλοντας όμως γι' αυτό σημαντικά μεγαλύτερη προσπάθεια πνεύματος και βούλησης από ό,τι ο πλήρως ικανός για καταλογισμό . Έτσι η ειδική σημασία του άρθρ. 36 Π.Κ. έγκειται στο ότι, σε περίπτωση αμφιβολιών σχετικά με την ικανότητα για καταλογισμό του συγκεκριμένου προσώπου και εν όψει της αδυναμίας για διαλεύκανση αυτών των αμφιβολιών το Δικαστήριο ή το Δικαστικό Συμβούλιο θα πρέπει να δεχθεί την ανικανότητα για καταλογισμό του δράστη, εφαρμόζοντας τη θεμελιώδη δικονομική αρχή «in dubio pro reo» και, αντιστοίχως, να απαλλάξει το δράστη ή να αποφανθεί να μη γίνει κατ' αυτού κατηγορία, χωρίς να αποκλείεται η εφαρμογή του μέτρου ασφαλείας της φύλαξης κατ' άρθρο 69 Π.Κ., εφόσον ο ακαταλόγιστος κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, μέτρο το οποίο μπορεί να επιβληθεί είτε από το Δικαστήριο, είτε από το Δικαστικό Συμβούλιο.

Πως χαρακτηρίζονται οι ψυχικά πάσχοντες στην ΕΣΔΑ και τα δικαιώματά τους
===Τα πρόσωπα που πάσχουν από ψυχική νόσο και χαρακτηρίζονται ευάλωτα κατά ρητή πρόβλεψη του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. ε΄ της ΕΣΔΑ, πρέπει να «κρατούνται νομίμως, όταν απαιτείται λήψη καταναγκαστικού μέτρου». Για τη νομιμότητα της κράτησης η ΕΣΔΑ παραπέμπει στην εθνική νομοθεσία των κρατών-μελών, απαιτώντας, ωστόσο, τη συμβατότητα (κατά τη λήψη και την εκτέλεση) του μέτρου με τον απώτερο σκοπό του άρθρου 5 την προστασία του ατόμου από αυθαίρετες στερήσεις του δικαιώματός του. Η νομιμότητα της κράτησης είναι το μόνο σημείο που απαιτείται για το παραδεκτό της απέναντι στη Σύμβαση για ευάλωτα γενικά πρόσωπα. Ειδικά, όμως, επί ψυχικά πασχόντων προσώπων το στοιχείο της νομιμότητας και του μη αυθαιρέτου της κράτησης στηρίζεται και σε κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις, οι οποίες τέθηκαν για πρώτη φορά από το ΕΔΔΑ με την απόφαση Winterwerp v. Ολλανδίας και είναι γνωστές ως «κριτήρια Winterwerp». Τούτες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά σε όλες τις υποθέσεις αυτής κατηγορίας των ψυχικά πασχόντων ατόμων. Επίσης εφαρμόζονται αναλογικά και στις άλλες κατηγορίες «ευάλωτων ατόμων» του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. ε΄ ΕΣΔΑ. Η έρευνα για τη συνδρομή των «κριτηρίων Winterwerp» συνιστά την τρίτη βαθμίδα ελέγχου από το ΕΔΔΑ, αφού τις δύο προηγούμενες συγκροτούν από τη μια η συμφωνία του μέτρου με το εσωτερικό δίκαιο και από την άλλη η συμφωνία του τελευταίου με την ΕΣΔΑ. Για τις συγκεκριμένες βαθμίδες ελέγχου επισημαίνονται τα ακόλουθα:
i) Ξεκινώντας από τα «κριτήρια Winterwerp», σημειώνεται ότι, σύμφωνα μ' αυτά, για να είναι νόμιμη η κράτηση ενός ψυχικά ασθενούς, πρέπει: πρώτον, να αποδεικνύεται η ύπαρξη της ψυχικής διαταραχής με «πειστικό και πρόδηλο τρόπο», γεγονός που απαιτεί μια «αντικειμενική ιατρική γνωμάτευση» • δεύτερον, η ψυχική πάθηση του ατόμου να είναι τέτοιας φύσεως, είδους και βαθμού, ώστε να δικαιολογείται κατά τρόπο αντικειμενικό η στέρηση της ελευθερίας του με αναγκαστική εισαγωγή προς θεραπεία σε ψυχιατρικό νοσοκομείο• τρίτον, η διάρκεια της κρατήσεως να συναρτάται απόλυτα από την ύπαρξη και τη διατήρηση της ψυχικής διαταραχής• τέταρτον, η κράτηση θα πρέπει να γίνεται όχι σε φυλακή, αλλά σε νοσοκομείο, κλινική ή άλλο ίδρυμα κατάλληλο για τη θεραπεία και την κοινωνική του επανένταξη . Με την τελευταία απαίτησή του, το ΕΔΔΑ επιβάλλει στα κράτη-μέλη την υποχρέωση δημιουργίας και λειτουργίας κατάλληλων θεραπευτικών καταστημάτων, εκπέμποντας καθαρό μήνυμα ότι δεν δικαιολογείται καμιά δυσμενής διάκριση σε βάρος των ψυχικά πασχόντων, καθώς βρίσκονται σε «ειδική λειτουργική θέση>>. Εφαρμόζοντας τα παρουσιαζόμενα «κριτήρια», το ΕΔΔΑ προχώρησε σε δύο παραπέρα παραδοχές, ήτοι ότι: το βάρος αποδείξεως για την αναγκαιότητα της κρατήσεως φέρει η πολιτεία και ότι πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ανάμεσα στη βαρύτητα του μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού .

Οι εξαιρέσεις στα κριτήρια Winterwerp
===Κάμψη στην απόλυτη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων δέχεται το ΕΔΔΑ σε δύο περιπτώσεις: Η πρώτη εξαίρεση αφορά τον παραμερισμό του πρώτου «κριτηρίου Winterwerp» σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, όπου είναι δυνατή η κράτηση (: και όχι η παράταση της διάρκειάς της) και χωρίς προηγούμενη ιατρική εξέταση του «ευάλωτου» ατόμου. Είναι σαφές ότι εδώ η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου κρίνεται επιτακτικότερη από την προστασία της προσωπικής ελευθερίας, σε βαθμό τέτοιο ώστε να θεωρείται νόμιμη μία επείγουσα αναγκαστική εισαγωγή που δεν περιβάλλεται από τις εγγυήσεις του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. α΄ της ΕΣΔΑ . Η δεύτερη εξαίρεση αφορά τον παραμερισμό του τέταρτου «κριτηρίου Winterwerp», υπό την έννοια ότι μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη η προσωρινή διαμονή του προσώπου σ' ένα σωφρονιστικό ίδρυμα, προκειμένου να εξευρεθεί, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, το κατάλληλο θεραπευτικό ίδρυμα .
Όπως ήδη ειπώθηκε, η εξέταση περί της συνδρομής ή όχι των «κριτηρίων Winterwerp» αποτελεί την τρίτη βαθμίδα ελέγχου της νομιμότητας της κρατήσεως από το ΕΔΔΑ. Οι δύο προγενέστερες βαθμίδες αφορούν από τη μια τη συμφωνία του συγκεκριμένου μέτρου με το εσωτερικό δίκαιο και από την άλλη τη συμφωνία του εσωτερικού δικαίου με την ΕΣΔΑ. Νόμιμη, κατά το εσωτερικό δίκαιο, είναι η κράτηση, όταν η τελευταία διατάχθηκε με τήρηση των προβλεπόμενων από το δίκαιο αυτό ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων. Το ΕΔΔΑ επιφυλάσσει για το ίδιο την αρμοδιότητα ελέγχου του τρόπου με τον οποίο το εθνικό δίκαιο έχει εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η θέση του ΕΔΔΑ για τον εγκλεισμό των ψυχικά πασχόντων
===Ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσει κανείς τη νομολογία του ΕΔΔΑ επί εγκλεισμού ψυχικά πασχόντων λόγω τελέσεως από μέρους τους άδικης πράξεως. Με σημεία αναφοράς τις προϋποθέσεις (ουσιαστικές και διαδικαστικές) επιβολής του μέτρου και τις συνθήκες κρατήσεώς τους, μπορούν συνοπτικά να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:
i) Στο χώρο της επιβολής και παρατάσεως της διάρκειας του μέτρου, αξιομνημόνευτες είναι οι παραδοχές που θέλουν: σύμπλευση θεραπευτικού σκοπού και προστασίας του κοινωνικού συνόλου, το προβάδισμα του προληπτικού σκοπού όταν το άτομο είναι επικίνδυνο, τη λήξη της διάρκειας του εγκλεισμού επί θεραπείας του προσώπου, την έρευνα της συνδρομής σε κάθε περίπτωση των «κριτηρίων Winterwerp>>, ως ανεπαρκές ως μη αντικειμενικό αποδεικτικό στοιχείο της επικινδυνότητας του ατόμου τις μαρτυρίες τρίτων προσώπων.
ii) Στο πεδίο των διαδικαστικής φύσεως εγγυήσεων, κυριαρχεί η ανάληψη ότι καταρχήν τα ψυχικώς νοσούντα πρόσωπα έχουν τα δικαιώματα των άρθρων 5 παρ. 2-5 της ΕΣΔΑ, αφού αυτά στερούνται μόνον το δικαίωμα της ελευθερίας τους. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από το είδος του εγκλεισμού, ισχύει, δηλαδή, τόσο στις περιπτώσεις κρατήσεως λόγω τελέσεως αδικήματος (: ποινικό μέτρο) όσο και σ' εκείνες του ακούσιου εγκλεισμού (: διοικητικό μέτρο) . Έτσι, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε σε ψυχικά πάσχοντες δικαίωμα: ακροάσεως - ενημερώσεως (: κλητεύσεως - τηρήσεως πρακτικών για τη συζήτηση - γνώσεως της αποφάσεως και λήψεως αντιγράφου της) – νομικής αρωγής - αυτοπρόσωπης εμφανίσεως στο ακροατήριο.

Άρθρο 69 ΠΚ – Σχόλια για άρθρα 69, 70, 70Α ΠΚ, 282, 313, 315, 555 ΚΠΔ
===Άρθρο 69 ΠΚ
1. Αν κάποιος που τέλεσε αξιόποινη πράξη, η οποία απειλείται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον ενός (1) έτους, απαλλάχθηκε από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (άρθρο 34), το δικαστήριο διατάσσει κατάλληλο για τη θεραπεία του μέτρο, εφόσον κρίνει ότι, εξαιτίας της κατάστασής του, υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα. Η διάταξη της απόφασης που αφορά το θεραπευτικό μέτρο εκτελείται με φροντίδα της εισαγγελικής αρχής.
2. Η παράγραφος 1 ισχύει για όλα τα εγκλήματα κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας που απειλούνται με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Δεν ισχύει για τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας που δεν εμπεριέχουν χρήση βίας ή απειλή βίας.
3. Κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα είναι: (α) η νοσηλεία σε ειδικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου, (β) η νοσηλεία σε ψυχιατρικό τμήμα δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου και (γ) η υποχρεωτική θεραπεία και ψυχιατρική παρακολούθηση κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε κατάλληλη εξωνοσοκομειακή Μονάδα Ψυχικής Υγείας ή εξωτερικά ιατρεία δημόσιου ψυχιατρικού ή γενικού νοσοκομείου.
4. Οι προϋποθέσεις επιβολής του μέτρου βεβαιώνονται με μία τουλάχιστον πραγματογνωμοσύνη που διενεργείται αμέσως μετά τη σύλληψη και με άλλη μία τουλάχιστον πραγματογνωμοσύνη που διενεργείται όσο το δυνατό πλησιέστερα προς τη δικάσιμο, με μέριμνα του εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εισάγεται προς εκδίκαση η υπόθεση. Οι πραγματογνωμοσύνες διενεργούνται από πραγματογνώμονα που επιλέγεται, κατά προτίμηση, από τον κατάλογο που τηρείται στο οικείο Πρωτοδικείο. Στις πραγματογνωμοσύνες προτείνεται και το τυχόν κατάλληλο μέτρο θεραπείας.».
Σχόλια που πρέπει να γίνουν:
===Κρίσιμος χρόνος για το θεραπευτικό μέτρο που πρέπει να αποφασιστεί είναι ο χρόνος που εκδίδεται η απόφαση του Δικαστηρίου περί απαλλαγής του δράστη κατά το άρθρο 34 ΠΚ. Επομένως οι προϋποθέσεις εφαρμογής του αφορούν εκείνο το χρονικό διάστημα και το μόνο όργανο του μπορεί να επιβάλει θεραπευτικό μέτρο είναι το Δικαστήριο. Ακόμη στην κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να αναφέρεται ο κίνδυνος, αν αφεθεί ελεύθερος, να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα. Αρμόδιος για εκτέλεση είναι ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Πρέπει να προϋπάρχουν δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης η σε τελευταία όσο πιο κοντά στη δικάσιμο, ενώ η πρώτη κατά τη σύλληψη. Εννοείται ότι αν δεν υπάρχει η πρώτη αλλά μόνο η δεύτερη από την οποία προκύπτει η ψυχική νόσος το Δικαστήριο οφείλει να πάρει θέση για το αν πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή θεραπευτικά μέτρα. Η πρώτη πραγματογνωμοσύνη μετά τη σύλληψη μπορεί να γίνει με μέριμνα του Εισαγγελέα, του Ανακριτή ή του προανακριτικού υπαλλήλου, αφού ο νόμος δεν αναφέρει ότι γίνεται μόνο κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Για την πράξη πρέπει να απειλείται µε ποινή τουλάχιστον ενός(1) έτους. Εννοείται ότι με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης οι πραγματογνωμοσύνες όταν συμπίπτουν στο πόρισμά τους και όταν δεν συμπίπτουν αλλά και όταν για οποιονδήποτε λόγο δεν κατέστη δυνατή να γίνει η πρώτη αλλά μόνο η δεύτερη αποτελεί έργο της συνείδησης του Δικαστή η αξιολόγησή τους σύμφωνα με τις πάγιες θέσεις της νομολογίας του ΑΠ.
===Τα θεραπευτικά µέτρα επιβάλλονται και για όλα τα εγκλήµατα κατά της ζωής ή της σωµατικής ακεραιότητας που απειλούνται µε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τριών µηνών, ώστε να είναι δυνατή η επιβολή τους και σε µια περίπτωση επικίνδυνης σωµατικής βλάβης. Με τη χρήση του όρου «εγκλήµατα» γίνεται σαφές ότι για την επιβολή των µέτρων δεν αρκεί η διαπίστωση της τέλεσης µιας αντικειμενικά άδικης πράξης, αλλά πρέπει να βεβαιώνεται και η πλήρωση της υποκειµενικής υπόστασης του εγκλήµατος για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.
===Στο άρθρο 70 ΠΚ προβλέπεται ότι στην απόφαση ορίζεται ο µέγιστος χρόνος της διάρκειας του μέτρου , ο οποίος δεν µπορεί να υπερβαίνει τα δύο(2) έτη για τα πληµµελήµατα και τα πέντε έτη για τα κακουργήµατα. Ένα(1) µήνα τουλάχιστον πριν τη συµπλήρωση του χρόνου αυτού το Τριµελές Πληµµελειοδικείο αποφασίζει για την παράταση του µέτρου για τον ίδιο κατά ανώτατο όριο χρόνο, εφόσον τούτο επιβάλλεται για τις ανάγκες της θεραπείας και εξακολουθούν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις επιβολής του µέτρου. Σε κάθε περίπτωση, καλείται ο θεραπευόµενος και ο συνήγορός του, καθώς και η διεύθυνση της µονάδας, όπου εκτελείται το µέτρο, να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Ο έλεγχος για την αναγκαιότητα του μέτρου γίνεται αυτεπαγγέλτως κάθε έτος, ενώ διευκρινίζεται επιπλέον ότι θα πρέπει να καλείται ο θεραπευόµενος και ο συνήγορός του, καθώς και η διεύθυνση της µονάδας όπου εκτελείται το µέτρο, να διατυπώσουν τις θέσεις τους. Το ίδιο δικαστήριο µπορεί οποτεδήποτε µε αίτηση του εισαγγελέα ή της διεύθυνσης της µονάδας όπου εκτελείται το µέτρο ή και του ίδιου του θεραπευοµένου, να διατάξει την άρση ή αντικατάσταση του µέτρου. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, στην απόφαση απαιτείται να υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς την ανάγκη διατήρησης του θεραπευτικού µέτρου. Στη διαδικασία ενώπιον του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου, καθώς και του Εφετείου, σε περίπτωση άσκησης έφεσης, εάν ο θεραπευόµενος δεν έχει συνήγορο, διορίζεται συνήγορος αυτεπαγγέλτως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 340 του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας.
=== Το άρθρο 70Α ΠΚ επεκτείνει τις ρυθµίσεις των άρθρων 69 και 70 του Ποινικού Κώδικα σε άτοµα µειωµένου καταλογισµού λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, όταν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης κίνδυνος να τελέσουν και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήµατα. Το µέτρο έχει κατ’ εξοχήν θεραπευτικό χαρακτήρα και δε συνιστά ιδιάζουσα ποινή. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 69 και 70 του Ποινικού Κώδικα.
===Στο άρθρο 282 ΚΠΔ εντάσσονται στους ενδεικτικά µνηµονευόµενους περιοριστικούς όρους του άρθρου 282 Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας τα µέτρα θεραπείας του (αναµορφωµένου) άρθρου 69 παράγραφος 3 του Ποινικού Κώδικα.
=== Το Δικαστικό Συμβούλιο εκδίδει παραπεµπτικό βούλευµα ακόµα κι όταν κρίνει ότι ο κατηγορούµενος θα πρέπει να απαλλαχθεί από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και θα πρέπει να του επιβληθεί µέτρο θεραπείας κατά το άρθρο 69 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως στο αιτιολογικό του βουλεύματος αναφέρεται ότι δεν γίνεται κατηγορία, στο διατακτικό ότι δεν γίνεται κατηγορία και παραπέμπεται για στο αρμόδιο Δικαστήριο για την επιβολή μέτρου θεραπείας. Επομένως ερευνά με βάση την αρχή της αναλογικότητας την ανάγκη να επιβληθεί μέτρο, διαφορετικά αν δεν συντρέχει τούτο εκδίδεται απαλλακτικό βούλευμα δίχως το παραπεμπτικό σκέλος για να αποφασίσει το Δικαστήριο θεραπευτικό μέτρο.

===Κατά το άρθρο 315 Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας µέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης μπορεί να γίνει εφαρµογή των µέτρων του άρθρου 69 παράγραφος 3 του Ποινικού Κώδικα, ως περιοριστικών όρων, ώστε να µην υπάρχει κενό θεραπείας Η επιβολή του περιοριστικού όρου είναι υποχρεωτική για το Δικαστικό Συµβούλιο, το οποίο µάλιστα, σε περίπτωση που ο κατηγορούµενος κρατείται προσωρινά, αντικαθιστά υποχρεωτικά την προσωρινή κράτηση µε τα συγκεκριµένα µέτρα. Εννοείται τούτο γίνεται μόνο αν υπάρχουν ενδείξεις παραπομπής για εκδίκαση ή για επιβολή θεραπευτικών μέτρων σε περίπτωση απαλλαγής κατά το άρθρο 69 ΠΚ και ο δράστης είναι επικίνδυνος για να τελέσει και άλλα τουλάχιστον ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα.

===Με το άρθρο 486Α ΚΠΔ προβλέπεται το δικαίωµα του κατηγορουμένου για άσκηση έφεσης τόσο κατά της απόφασης που επιβάλλει το µέτρο του άρθρου 69 του Ποινικού Κώδικα, όσο και κατά εκείνης που διατάσσει την παράτασή του, ενώ στα εδάφια γ΄ και εδάφιο δ΄ του άρθρου 555 Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας διευκρινίζεται ότι το άρθρο 70 του Ποινικού Κώδικα έχει ανάλογη εφαρµογή και στην περίπτωση που η ψυχική ή διανοητική διαταραχή έχει εµφανιστεί µετά την επιβολή της ποινής, ενώ διευκρινίζεται ότι µετά την ολοκλήρωση της θεραπείας ο καταδικασθείς εκτίει την ποινή του, από την οποία αφαιρείται ο χρόνος νοσηλείας του.
===Σε περίπτωση άσκησης έφεσης κατά της απόφασης για επιβολής θεραπευτικού μέτρου άρθρου 69 ΠΚ η έφεση και η προθεσμία για την άσκησή της δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η διατύπωση στο άρθρο 69 ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πιθανό να διαπράξει ανάλογης βαρύτητας εγκλήματα και η διατύπωση της φράσης στο άρθρο70Α παρ.2 ότι η εκτέλεση της απόφασης γίνεται άμεσα μετά την έκδοσή της συνηγορούν υπέρ της άποψης της μη ανασταλτικής δύναμης της έφεσης και της προθεσμίας αυτής.
===Στο άρθρο 70 καθορίζονται τρεις βαθμίδες διάρκειας του θεραπευτικού μέτρου.
1η βαθμίδα ο καθορισμός της διάρκειας δεν μπορεί να είναι πάνω από 2 έτη για πλημμελήματα και πάνω από 5 έτη για κακουργήματα.
2η βαθμίδα αν γίνει η επιβολή του θεραπευτικού μέτρου αλλά η από το Δικαστήριο καθορισθείσα διάρκεια είναι μικρότερη από τα ανωτέρω μέγιστα όρια το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εκτελείται το θεραπευτικό μέτρο, μπορεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, να διατάξει την παράταση του μέτρου ή την αντικατάστασή του με άλλο για τον ίδιο κατά ανώτατο όριο χρόνο, εφόσον τούτο επιβάλλεται για τις ανάγκες της θεραπείας και εξακολουθούν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 69. Προσοχή πρέπει να τηρηθεί το δικαίωμα ακρόασης.
3η βαθμίδα αν υπάρχουν λόγοι που το επιβάλουν είναι δυνατή η παράταση του χρόνου διάρκειας του θεραπευτικού μέτρου πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων, με τη διαδικασία και για τους λόγους που προβλέπονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, εφόσον για την ύπαρξη των λόγων αυτών και την ανάγκη παράτασης του χρόνου διάρκειας του μέτρου υφίσταται η σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ψυχιάτρου του θεραπευόμενου και του επιστημονικού διευθυντή της μονάδας θεραπείας. Ο συνολικός χρόνος διάρκειας του θεραπευτικού μέτρου δεν μπορεί να υπερβαίνει τη χρονική διάρκεια του ανώτατου ορίου της ποινής που προβλέπεται στο νόμο για την πράξη που τέλεσε ο θεραπευόμενος (οπότε υπάρχει η ισόβια, η 20ετής, η 10ετής, 5ετής κ.ο.κ μέγιστη διάρκεια με βάση τα μέγιστα όρια των ποινής του συγκεκριμένου εγκλήματος.

===Στο άρθρο 70 καθορίζεται ασφαλιστική δικλείδα αφού το Τριμελές Πλημ/κείο κάθε έτος, τηρώντας την ίδια διαδικασία, αποφασίζει αν το θεραπευτικό μέτρο που έχει επιβληθεί πρέπει να εξακολουθήσει ή να αντικατασταθεί με άλλο. Μπορεί όμως και οποτεδήποτε, με αίτηση του εισαγγελέα, του θεραπευομένου ή της διεύθυνσης της μονάδας όπου εκτελείται το μέτρο, μετά από εισήγηση του θεράποντος ιατρού, να διατάξει την άρση ή την αντικατάστασή του. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, απαιτείται να υπάρχει στην απόφαση ειδική αιτιολογία ως προς την ανάγκη διατήρησης του θεραπευτικού μέτρου. Νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την απόρριψη της προηγούμενης.
Στη διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου του παρόντος άρθρου, καθώς και ενώπιον του Εφετείου σε περίπτωση άσκησης έφεσης, αν ο θεραπευόμενος δεν έχει συνήγορο, διορίζεται συνήγορος αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 340 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Η συμμετοχή σε αυτοκτονία
===Ζήτημα υφίσταται αν η αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής σε αυτοκτονία δύναται ή όχι να πραγματωθεί διά παραλείψεως, ακόμη και όταν πρόκειται για τη β΄μορφή , ήτοι την παροχή βοηθείας –καταφατικώς π.χ. ο Μπέκας, Η προστασία της ζωής και της υγείας στον Ποινικό Κώδικα, 2004, σελ. 271.
Κατά μία γνώμη με τις προϋποθέσεις του άρθρου 15 τελεί την πράξη του άρθρου 301 και ο γονέας που έχει τη νομική υποχρέωση να αποτρέψει την αυτοκτονία του παιδιού του, επίσης οι φύλακες νοσοκομείων, οι συνοδοί φρενοβλαβών. Κατά τη γνώμη της κ.Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά της ζωής, 2001, σελ. 515 κ.ε., το καθήκον βοηθείας παύει αναμφίβολα να υπάρχει «όταν η υποχρέωση παροχής βοήθειας στηρίζεται σε συμβατική σχέση με τον αυτόχειρα».

Η περίπτωση της έμμεσης αυτουργίας
===Αν ο αυτόχειρας είναι ακαταλόγιστος η πράξη είναι δυνατό να φέρει το χαρακτήρα της έμμεσης αυτουργίας του άρθρου 299 ΠΚ, όπως λ.γ οταν ο δράστης εξαναγκάζει το θύμα να πέσει στη θάλασσα χωρίς να γνωρίζει κολύμβηση.
Η παροχή βοήθειας πρέπει να είναι κατά την αυτοκτονία, νοείται μόνο κατά κύριο λόγο με θετική ενέργεια και είναι αμφιλεγόμενο το ζήτημα και πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω των άρθρων 15, 288, 307 ΠΚ.

Η "ικανοποίηση του παθόντος" και η "ποινική συνδιαλλαγή" στο Ν.3904/2010 - Χρ. Μυλωνόπουλος

Χρ. Μυλωνόπουλος, Η «ικανοποίηση του παθόντος» και η «ποινική συνδιαλλαγή» στο N 3904/2010

 

Οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν ότι τα αποτελέσματά τους επέρχονται κλιμακωτά, ήτοι:

α) Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της έμπρακτης μετάνοιας όπως αυτές ήδη προβλέπονται (άρθρα 390 παρ. 1 και 393 παρ. 1 εδ. β΄ ΠΚ), εξαλείφεται το αξιόποινο όλων σχεδόν των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας (ήτοι των προβλεπομένων αφενός μεν στα άρθρα 372-374, 375-377, 381-382, αφετέρου δε στα άρθρα 386-406 ΠΚ) πλην της ληστείας και της εκβίασης, συμπεριλαμβανομένων και των κακουργημάτων καθώς και της παράνομης αλιείας και της αλιείας σε χωρικά ύδατα. Ειδικά για την κλοπή χρήσης μηχανοκίνητου μεταφορικού μέσου προβλέπεται ορθά ότι για την επέλευση των εννόμων συνεπειών της νέας ρύθμισης απαιτείται, πλην της απόδοσης του πράγματος, και η εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντος.

β) Αν, πριν από την άσκηση ποινικής δίωξης, αλλά χωρίς να συντρέχουν οι όροι της έμπρακτης μετάνοιας, εχώρησε απόδοση του πράγματος ή εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντος (κεφάλαιο + τόκοι) δεν κινείται ποινική δίωξη. Εδώ, η ενέργεια του δράστη απαιτείται μεν να έγινε χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου, όχι όμως και «με δική του θέληση». Επίσης, ενώ επί αποδόσεως αρκεί η επιστροφή του υλικού αντικειμένου της πράξης, επί ικανοποιήσεως απαιτείται και καταβολή τόκων, με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ερώτημα, γιατί επί αποδόσεως του πράγματος αυτουσίου να μην αποδίδονται και τα ωφελήματα. Τέλος, επί αποδόσεως οι έννομες συνέπειες της διάταξης επέρχονται μόνον εφόσον δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση, ενώ επί ικανοποιήσεως αρκεί η «αποδεδειγμένη» καταβολή. Το ότι ο νομοθέτης αρκείται στο αποδεδειγμένο της καταβολής είναι ορθό μεν όταν η πράξη στρέφεται κατά του Δημοσίου, ενώ προστατεύει και τον δράστη από τυχόν εκβιασμούς του παθόντος. Όμως από την άλλη πλευρά παραμένει απροστάτευτος ο παθών όταν διαφωνεί με το «αποδεδειγμένο» της ικανοποιήσεως αφού δεν έχει τη δυνατότητα να προσφύγει ενώπιον δικαστικής αρχής για να παρεμποδίσει την αρχειοθέτηση της δικογραφίας, πράγμα που ενδέχεται να δημιουργήσει θέμα εφαρμογής του άρθρου 13 ΕΣΔΑ.

γ) Αν πρόκειται για πλημμέλημα, ο υπαίτιος των προαναφερθέντων εγκλημάτων απαλλάσσεται από κάθε ποινή εφόσον η ανωτέρω ικανοποίηση λάβει χώρα μέχρι την περάτωση της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Τέλος, με το άρθρο 17 του Νόμου («ποινική συνδιαλλαγή»), αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακουργηματική κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, απιστία και τοκογλυφία, η απόδοση του πράγματος ή η εντελής ικανοποίηση του ζημιωθέντος, αποκαλούμενη πλέον ποινική συνδιαλλαγή, οδηγεί σε επιβολή φυλάκισης όχι μεγαλύτερης των τριών ετών, του δικαστηρίου δυναμένου να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.

ΙΙ. Νομική φύση των εισαγομένων διατάξεων

Η νομική φύση των εισαγομένων διατάξεων δεν είναι ενιαία, 
όπως άλλωστε προκύπτει και από την ξεχωριστή συστηματική τους ανάπτυξη. Εκείνες της παρ. 2 των νέων άρθρων 384 και 406Α (άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του Νόμου) καθιερώνουν υποχρεωτικό ειδικό λόγο αποχής από την ποινική δίωξη, ενώ εκείνες της παρ. 3 των αυτών άρθρων υποχρεωτικό ειδικό λόγο αποχής από την ποινή. Εφόσον δε η απόδοση ή η εντελής ικανοποίηση ενεργεί και υπέρ των συμμετόχων που δεν εναντιώνονται σ’ αυτήν, παύει πλέον να είναι και προσωπικός λόγος αποχής (όπως μέχρι τώρα) [1] . Είναι δε ειδικός υπό την έννοια ότι η αναλογική εφαρμογή της διάταξης in bonam partem επιτρέπεται μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της επιτρεπτής αναλογίας, δηλ. αξιολογική ομοιότητα ρυθμισμένης και αρρύθμιστης περίπτωσης. Η απλή ισότητα του πλαισίου ποινής δεν αρκεί. Κατά συνέπεια δεν χωρεί κατ’ αναλογία αποχή από την ποινή π.χ. σε περίπτωση εκβίασης, έστω πλημμεληματικής, ενώ μπορεί να υποστηριχτεί ότι χωρεί αναλογική εφαρμογή επί εκθέσεως πλοίου σε κίνδυνο με λαθρεμπορία [2] .

Αντίθετα οι διατάξεις του νέου άρθρου 308Β (άρθρο 17 του Νόμου) υπό τον τίτλο «ποινική συνδιαλλαγή» εισάγουν ρυθμίσεις που φιλοδοξούν μεν να ομοιάσουν προς τον θεσμό της συνδιαλλαγής, στην ουσία όμως ολίγο σχετίζονται μ’ αυτόν, όπως αναπτύσσεται στη συνέχεια, αποτελούν δε μάλλον μια ιδιότυπη περίπτωση (plea bargaining, Absprache). Ομοιάζουν με τον θεσμό της ποινικής συνδιαλλαγής (Μediation) όπως αυτός έχει διαμορφωθεί διεθνώς, κατά το ότι προβλέπουν προσπάθεια συμφωνίας κατηγορουμένου και παθόντος. Ομοιάζουν όμως και προς τον θεσμό της διαπραγμάτευσης (bargaining) αφού κατ’ αρχήν οδηγούν σε επιβολή ηπιότερης ποινής, ενώ η συνδιαλλαγή σκοπό έχει να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της ποινής. Όμως δεν πρόκειται για γνήσια περίπτωση διαπραγμάτευσης, αφού αυτή η τελευταία συντελείται αποκλειστικά μεταξύ κατηγορουμένου και εισαγγελίας ή δικαστηρίου (ενώ εδώ έχουμε επικοινωνία του δράστη με το θύμα) και έχει κατ’ αρχήν διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. ομολογία ενοχής και παραίτηση από ορισμένους μάρτυρες με αντάλλαγμα ηπιότερη ποινή) [3] . Όμως τέτοιες διαπραγματεύσεις συνδέονται με πολλαπλά προβλήματα, όπως παραβίαση της προφορικότητας και δημοσιότητας, μετάθεση της εξουσίας απόφασης επί της ουσίας από το δικαστήριο στον εισαγγελέα, παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (έντιμη δίκη) λόγω της πίεσης στον κατηγορούμενο να δεχθεί διαπραγμάτευση, αλλά και της αρχής της ισότητας, αφού σε περίπλοκες οικονομικές δίκες οι ευπορότεροι κατηγορούμενοι έχουν αυξημένες διαπραγματευτικές δυνατότητες

H ποινική συνδιαλλαγή στον προκείμενο νόμο

Στον προκείμενο νόμο ορθά και κατά τρόπο συνεπή επεκτάθηκε η δυνατότητα αποχής από την ποινή στην απάτη με υπολογιστή, την απατηλή πρόκληση βλάβης, την αποδοχή προϊόντος εγκλήματος και την παρακώλυση ασκήσεως δικαιώματος, αιρομένης έτσι της σχετικής αξιολογικής αντινομίας, όπως είχε προτείνει ο υπογράφων στο παρελθόν [22] . Ελλείπουν όμως μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά της ποινικής συνδιαλλαγής.

Εν πρώτοις απορία προκαλεί το γεγονός, ότι η ποινική συνδιαλλαγή περιορίζεται ασφυκτικά μόνον σε ορισμένα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας, ενώ δεν αναφέρεται διόλου σε κείνα για τα οποία πρωτογενώς κατ’ εξοχήν διαμορφώθηκε, δηλ. για τα εγκλήματα βίας και αντικοινωνικότητας (σωματικές βλάβες, απειλές, κ.λπ.).

Δεύτερον, η συνδιαλλαγή, ακόμη και στα εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται, περιορίζεται σε αμιγώς αποζημιωτικά στοιχεία, δηλ. στην «απόδοση του ιδιοποιημένου πράγματος» ή την «εντελή ικανοποίηση του ζημιωμένου». Σε περίπτωση μάλιστα απόπειρας η συνδιαλλαγή θεωρείται συντελεσθείσα αν ο δράστης καταβάλει εύλογο ποσό για χρηματική ικανοποίηση του παθόντος λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι όμως δημιουργείται το εξής παράδοξο: ο μεν δράστης τετελεσμένου εγκλήματος (απάτης, κλοπής κ.λπ.) απολαμβάνει του ευεργετήματος της συνδιαλλαγής επιστρέφοντας τα ξένα χρήματα, ενώ ο δράστης απόπειρας για να πετύχει το αυτό αποτέλεσμα πρέπει να δώσει δικά του, περιερχόμενος έτσι σε χείρονα μοίρα από τον πρώτο. Με την εν λόγω ρύθμιση, επομένως, η έννομη τάξη εμφανίζεται ως ενθαρρύνουσα τον αποπειρώμενο να τελειώσει το έγκλημα, προκειμένου, σε περίπτωση που ήθελε αποκαλυφθεί, να αποφύγει την ποινή «φτηνότερα».

Στο σημείο αυτό ας τονισθεί, ότι η καταβολή ικανοποίησης εξ ιδίων στην απόπειρα δεν είναι αυτή καθεαυτή εσφαλμένη, αφού και επί αποπείρας έχει τεθεί άδικο. Το νόημα της ποινικής συνδιαλλαγής, όμως, είναι να υφίσταται και ο δράστης αντί ποινής, κάποια «θυσία», η οποία δεν υπάρχει επί τετελεσμένου εγκλήματος.

Τρίτον, σε περίπτωση συμμετοχής προβλέπεται ότι η καταβολή του συμφωνημένου ποσού «ωφελεί και τους υπόλοιπους», έχει δηλ. «επεκτατικό αποτέλεσμα», αδιαφόρως του αν συντρέχει και ως προς αυτούς το βασικό χαρακτηριστικό και συνάμα δικαιολογητική βάση της συνδιαλλαγής, δηλ. η κατανόηση εκ μέρους των της αδικοπραγίας και η ειλικρινής μεταστροφή τους που ενισχύει την αποτρεπτική λειτουργία της συνδιαλλαγής και της προσδίδει ειδικοπροληπτικό χαρακτήρα, απαραίτητο για τη νομική και δικαιοκρατική της θεμελίωση, προκειμένου να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της ποινής.

Τέταρτον, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δηλ. τόσο ως προς τον συνδιαλλασσόμενο δράστη (τον καταβάλλοντα το ποσό) όσο και ως προς τους συμμετόχους, ελλείπει το στοιχείο της επί πλέον θυσίας που τεκμηριώνει την εκ μέρους του δράστη ανάληψη ευθύνης και διαφοροποιεί τη στάση του, έτσι ώστε, πέραν της απλής αποζημίωσης, να επέρχεται και έστω εν μέρει συμψηφισμός της απαξίας της συμπεριφοράς και αποκατάσταση του κλονισμένου κύρους του παραβιασθέντος ποινικού κανόνα. Αντιθέτως, επί διαφωνίας του θύματος δεν του παρέχεται δυνατότητα προσφυγής. Ακόμη, η δυνατότητα επιβολής ποινής μέχρι τριών ετών είναι στην πραγματικότητα εικονική, αφού υπάρχει δυνατότητα μετατροπής. Πέραν τούτου όμως, αλλοιώνει (νοθεύει) το χαρακτήρα της ρύθμισης ως συνδιαλλαγής, αφού συνοδεύεται από επιβολή ποινής, έτσι ώστε να πρόκειται μάλλον για μείωση της ποινής λόγω εμπράκτου μετανοίας με ταυτόχρονο plea bargaining που απαλλάσσει το ποινικό σύστημα από περαιτέρω βαθμούς δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται μάλλον για διάταξη αποβλέπουσα στην αποσυμφόρηση του ποινικού συστήματος παρά για ποινική συνδιαλλαγή.

Πέμπτον, ειδικά ως προς την τοκογλυφία, οι εισαγόμενες διατάξεις τόσο για την έμπρακτη μετάνοια όσο και για την αποχή από την ποινική δίωξη και από την ποινή σε περίπτωση εντελούς ικανοποιήσεως είναι επιεικέστερες από τις σήμερα ισχύουσες για το έγκλημα του άρθρου 404 ΠΚ, που απαιτούν ήδη για την εξάλειψη του αξιοποίνου απόδοση και των τόκων. Ώστε μετά την εξέταση του τοκογλύφου από την Αρχή δεν μένει πλέον τίποτε επιπλέον για αποχή από τη δίωξη ή από την ποινή ή για ποινική συνδιαλλαγή.

Έκτον, δεν θα πρέπει σε συνάρτηση με τα ανωτέρω να παραβλεφθεί ο ισοπεδωτικός χαρακτήρας των διατάξεων, αφού π.χ. ο δράστης κακουργηματικής απάτης με αντικείμενο άνω των 73.000 ευρώ απαλλάσσεται υπό τις αυτές προϋποθέσεις (αποδίδοντας το αυτό ποσό) με τον δράστη του πλημμελήματος της απατηλής πρόκλησης βλάβης ή της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας που ζημίωσε κατά το αυτό ποσό τον παθόντα, καίτοι η απαξία του πρώτου εγκλήματος είναι πολύ βαρύτερη.

Έβδομον, εντύπωση προκαλεί η απάλειψη από τις νέες διατάξεις της προϋπόθεσης, η απόδοση του πράγματος να συντελείται οικειοθελώς («με δική του θέληση»). Όπως είχα παρατηρήσει στο παρελθόν [23] μια παράπλευρη αλλά όχι αμελητέα χρησιμότητα της μέχρι τώρα ισχύουσας διάταξης συνίστατο στο ότι διευκρίνιζε αυθεντικά ότι η έννοια του οικειοθελούς ήταν ανεξάρτητη από την ύπαρξη ποινικής δίωξης (αφού οικειοθελής απόδοση ήταν δυνατή και μετά την άσκησή της), πράγμα που συνέβαλε ουσιωδώς στην επιεικέστερη ερμηνεία των διατάξεων για την έμπρακτη μετάνοια. Τώρα με την απάλειψη της εν λόγω προϋπόθεσης από τους όρους της αποχής από την ποινή ή της συνδιαλλαγής (παρ. 2 και 3 του νέου άρθρου 384 και παρ. 2 και 3 του νέου άρθρου 406Α) απεμπολείται και αυτή η δυνατότητα.

Όγδοον: Όπως είχα παρατηρήσει και στο παρελθόν, η δυνατότητα ικανοποίησης του παθόντος εξασθενίζει το θεσμό της έμπρακτης μετάνοιας, αφού ο δράστης έχει κάθε λόγο να αναμείνει, ενδεχομένως επί έτη, μέχρι την ημέρα της οριστικής απόφασης, για να αποζημιώσει τον παθόντα, που θα έχει στο μεταξύ εξαντληθεί από τον μέχρι τότε δικαστικό αγώνα [24] . Ακόμη η αξιόποινη πράξη συρρικνώνεται σε μια ιδιωτική διαφορά που παραγνωρίζει τον δημοσίου δικαίου χαρακτήρα της ποινής [25] .

Ένατον: Ζητήματα δημιουργούνται με την πολιτική αγωγή: ο Νόμος δεν διευκρινίζει αν κατά την εισαγωγή σε δίκη του κατηγορουμένου, προκειμένου να του επιβληθεί ποινή κατά της ελευθερίας μέχρι τριών ετών, μπορεί πλέον ο παθών να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων, έστω για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης [26] .

Δέκατον: Ομοίως ο Νόμος δεν διευκρινίζει τι γίνεται σε περίπτωση που το πρακτικό συνδιαλλαγής δεν περιέχει ομολογία ενοχής. Πράγματι, αυτή η τελευταία δεν είναι απαραίτητη! Ο δράστης μπορεί κάλλιστα να ισχυρισθεί ότι καλοπίστως κατεκράτησε τα χρήματα που κατηγορείται ότι υπεξήρεσε κ.λπ., και στο ακροατήριο να ισχυρισθεί ότι δεν είχε δόλο. Πώς προεξοφλεί ο νομοθέτης ότι είναι ένοχος; Καθιερώνεται επομένως τεκμήριο ενοχής, πράγμα που θέτει ζήτημα συνταγματικότητας [27] .

Ενδέκατον: Δεδομένου ότι τα ποινικά αδικήματα κατά της περιουσίας συνήθως ακολουθούνται από νομιμοποίηση των εσόδων της εγκληματικής δραστηριότητας, η οποία κατά το δίκαιό μας τιμωρείται ακόμη και όταν τελείται από τον αυτουργό της κυρίας πράξης, ελλοχεύει ο κίνδυνος, οι διατάξεις του υπό συζήτηση νόμου να καταστούν γράμμα κενό. Διότι αν μεν ο δράστης απαλλαγεί ως προς την πρότερη πράξη λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος, απαλλάσσεται ο υπαίτιος και για τη συναφή πράξη της νομιμοποίησης κατ’ άρθρο 45 παρ. 3 Ν 3691/2008. Αν όμως αυτός κηρυχθεί ένοχος μετά από συνδιαλλαγή και τιμωρηθεί με φυλάκιση μέχρι τριών ετών (άρθρο 308Β παρ. 7 ΠΚ), εξακολουθεί να ευθύνεται για «ξέπλυμα βρόμικου χρήματος». Πρέπει επομένως να τροποποιηθεί αντιστοίχως η σχετική διάταξη του άρθρου 45 Ν 3691/2008.

Τέλος, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί ότι στη ρύθμιση δεν περιλαμβάνονται διατάξεις με τις οποίες επίσης προστατεύονται περιουσιακά έννομα αγαθά, όπως η έκθεση πλοίου σε κίνδυνο με λαθρεμπορία (άρθρο 297 ΠΚ) και τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας που τελέστηκαν υπό καθεστώς υπαίτιας μέθης (άρθρο 193 ΠΚ). Γιατί να μην απαλλάσσεται της ποινής εκείνος που έκλεψε υπό τις περιστάσεις του 193 ΠΚ; Θα έπρεπε ακόμη να απασχολήσει το νομοθέτη η υπαγωγή στη συνδιαλλαγή της κοινοτικής απάτης, της φοροδιαφυγής υπό ενιαία ρύθμιση καθώς και η πρόβλεψη μεταβατικών διατάξεων για τη δυνατότητα εφαρμογής ποινικής συνδιαλλαγής σε κακουργήματα για τα οποία έχει ήδη χωρήσει παραπομπή.

 

Θέματα Μ.Ο.Δ. - Κωνσταντίνου Φράγκου

Κατηγοριοποίηση των ζητημάτων για τα οποία αποφαίνονται μόνοι οι τακτικοί δικαστές ή από κοινού με τους ενόρκους στις υποθέσεις που εξετάζονται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Οι πιο κάτω σκέψεις διατυπώνονται στο σύγγραμμα του Κων/νου Φράγκου με τον τίτλο ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ έκδοση Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων 2008, σελ.196 – 199.

 

Πριν τη συγκρότηση του μικτού ορκωτού με ενόρκους είναι εντός της αρμοδιότητας των τακτικών δικαστών η εξέταση των εξής ζητημάτων:

α) της ταυτότητας του κατηγορουμένου (αρθρ.405§1α ΚΠΔ)

β)της αρμοδιότητας ή μη του ΜΟΔ εφόσον προβληθεί σχετική ένσταση και σε περίπτωση του το δικαστήριο (οι τακτικοί δικαστές) κρίνει εαυτό αναρμόδιο αποφαίνεται και για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου (αρθρ.405§1ε, 408 ΚΠΔ).

γ) της νομιμοποίησης της παράστασης πολιτικής αγωγής ή του αστικώς υπευθύνου (αρθρ.405§1γ, 408 ΚΠΔ)

δ)της έγκυρης εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο καθώς και για τα διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας (αρθρ.405§1δ, 408 ΚΠΔ)

ε)των παρεμπιπτόντων νομικών ζητημάτων που εμφανίζονται και εξετάζονται στην αρχή της διαδικασίας ή και στη διάρκεια της συζήτησης (συνεκδίκαση, χωρισμός συναφών εγκλημάτων, νομιμότητα της σύνθεσης των τακτικών δικαστών, η συνδρομή του ακαταδίωκτου των εγκλημάτων κατά το άρθρο 9 ΠΚ, η συνδρομή έμπρακτης μετάνοιας, παραγραφής, αμνηστείας, η τύχη των κατεσχεθέντων, η ανάγνωση ή μη μαρτυρικής κατάθεσης) βλ. αρθρ.405§1ε, 408 ΚΠΔ.

στ) της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 471§1 ΚΠΔ και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής κατά το άρθρο 471§2 ΚΠΔ.

ζ) της ανάκλησης της αναστολής κατά το άρθρο 101§1 ΠΚ.

η)των αστικών απαιτήσεων του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 71 ΚΠΔ και της αποζημίωσης εκείνων που άδικα καταδικάστηκαν ή κρατήθηκαν προσωρινά και αθωωθέντων τελικά κατηγορουμένων ή καταδικασθέντων με μικρότερη ποινή από το χρόνο που κρατήθηκαν προσωρινά (αρθρ.405§1η, 408, 533 επ. ΚΠΔ).

θ)της εξαίρεσης ή αποχής δικαστικών προσώπων πλην ενόρκων (αρθρ.20 επ. ΚΠΔ).

ι)οποιωνδήποτε ζητημάτων προκύψουν από την απουσία του κατηγορουμένου (αρθρ.291, 297, 298, 302, 314, 321, 340, 346, 376, 402, 405, 408, 432, 435 ΚΠΔ).

κ)της κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης λόγω έλλειψης αίτησης, άδειας, έγκλησης, για την ανάκληση της έγκλησης, της παραίτησης από του δικαιώματος αυτής, του έγκυρου και εμπρόθεσμου της έγκλησης, του δεδικασμένο, της εκκρεμοδικίας, της παραγραφής, της αμνηστείας και γενιά κάθε ζητήματος που συνεπάγεται το απαράδεκτο ή την οριστική παύση της ποινικής δίωξης (αρθρ.370, 405§2, 408 ΚΠΔ).

λ) της οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης ερευνώντας  και τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων π.χ εγκυρότητα της ανάκλησης ή παραίτησης από την έγκληση και της αποδοχής (αρθρ.370, 405§2, 408 ΚΠΔ).

μ) της αναβολής της δίκης για οποιαδήποτε αιτία (αρθρ.348-349 ΚΠΔ).

ν)της διακοπής της δίκης (αρθρ.348, 375 ΚΠΔ). Ωστόσο για την αναβολή ή τη διακοπή αποφαίνονται μόνοι οι δικαστές  υποβλήθηκε αίτημα ή ανέκυψε τέτοιο ζήτημα πριν τη συγκρότηση του μικτού, που ολοκληρώνεται με την όρκιση των κληρωθέντων ενόρκων, άλλως αποφαίνεται επί αυτών το μικτό δικαστήριο. Έτσι σε περίπτωση αναβολής ή διακοπής της δίκης οι τακτικοί δικαστές αποφαίνονται  και επί του υποβληθέντος αιτήματος της άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους.

ξ)της τιμωρίας των λιπενόρκων και για οποιαδήποτε ζήτημα για κάθε νέα απουσία του ίδου 12ημέρου και οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει και αφορά τους ενόρκους (αρθρ.388-400, 408 ΚΠΔ).

ο) της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής σε περίπτωση αναβολής (αρθρ.405§1στ’, 471§2, 497§2 ΚΠΔ).

π) των ιδιωτικών απαιτήσεων αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης ή της παραπομπής αυτών στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο κατά το άρθρο 65 ΚΠΔ (αρθρ.371§3, 406 ΚΠΔ).

ρ) της συνδρομής των όρων του άρθρου 344 ΠΚ και της αποδοχής της δήλωσης του θύματος στο έγκλημα του βιασμού, εφόσον το εν λόγω ζήτημα προκύψει πριν την κλήρωση των ενόρκων άλλως αποφασίζει το συγκροτηθέν μικτό δικαστήριο.

 

Οι τακτικοί δικαστές και μετά τη συγκρότηση του μικτού δικαστηρίου με την κλήρωση και όρκιση των ενόρκων, παραμένουν αποκλειστικά μόνοι αρμόδιοι να αποφανθούν για τα ζητήματα που θα ανακύψουν ή θα προβληθούν και μετά τη συγκρότηση του μικτού δικαστηρίου, όπως όλων των παραπάνω, εξαιρέσει εκείνων υπό στοιχεία β’, μ’, ν’, ρ’, επί των οποίων αποφασίζουν από κοινού με τους ενόρκους. Επίσης από κοινού με τους ενόρκους και όχι μόνο οι τακτικοί δικαστές αποφασίζουν πλην των παραπάνω ζητημάτων υπό στοιχεία β’, μ’, ν’, ρ’ και για τα πιο κάτω ζητήματα;       

-          για την τέλεση ή μη της πράξης τετελεσμένης ή σε απόπειρα και υπό ποια μορφή και βαρύτητα και για το αν υπάρχουν τυχόν απαιτούμενες ιδιότητες ή σχέσεις

-          για τη συνδρομή ή μη των λόγων άρσης ή αποκλεισμού ή ελάττωσης του καταλογισμού

-          για τη συνδρομή ή μη ελαφρυντικών

-          για την επιβολή και συγχώνευση σε συνολική ποινή

-          για την μετατροπή ή αναστολή των ποινών (κύριων ή παρεπόμενων)

-          για την αφαίρεση του χρόνου προσωρινής κράτησης

-          για την ανασταλτική δύναμη του ένδικου μέσου που θα ασκηθεί

-          για την επιβολή των δικαστικών εξόδων

-          για τη δημοσίευση στον τύπο της απόφασης, όπου αυτό προβλέπεται

 

 

 

Εναλλακτικοί τρόποι έκτισης της ποινής - Π.Βρυνιώτη

Άρθρο Π. Βρυνιώτη, Πρακτική προσέγγιση των εναλλακτικών τρόπων έκτισης της ποινής

Ποινική Δικαιοσύνη Αυγουστος-Σεπτέμβριος 2017

 

 

Πρώτον, επιτρέπεται η έκτιση μίας συνολικής ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας;

Ο προβληματισμός εκκινεί από την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 4 του Ν 3727/2008, με την οποία είχε προστεθεί εδάφιο γ΄ στην τότε ισχύουσα παρ. 6 του άρθρου 82 ΠΚ, και οριζόταν ρητά ότι για να τύχει εφαρμογής περαιτέρω μετατροπή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας σε περίπτωση συνολικής ποινής, αρκούσε η βαρύτερη ποινή φυλάκισης να μην υπερβαίνει τα τρία έτη(τότε ισχύον όριο μετατροπής). Η κατάργηση της ρητής αυτής ρύθμισης δύναται να δημιουργήσει σύγχυση, ως προς τη βούληση του νομοθέτη, σχετικά με το επιτρεπτό ή μη πλέον της έκτισης μιας συνολικής ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας[9]. Ήδη όμως, η ΑΠ 840/2015[10], απεφάνθη υπέρ της δυνατότητας έκτισης μιας συνολικής ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας, κρίνοντας ότι η εξαίρεση της παροχής κοινωφελούς εργασίας από το σχηματισμό συνολικής ποινής, που αποτελείτο από συντρέχουσες ποινές αποφάσεων που είχαν μετατραπεί σε παροχή κοινωφελούς εργασίας η κάθε μία, δεν ήταν ορθή, με το αιτιολογικό ότι η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο ή παροχή κοινωφελούς εργασίας διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής[11]. Έτσι είναι νοητός ο επιβαλλόμενος καθορισμός συνολικής ποινής και στην περίπτωση της έκτισης με παροχή κοινωφελούς εργασίας. Μάλιστα, η στάση αυτή της νομολογίας, επικροτείται, με την ταυτόχρονη, ορθή, επισήμανση της ανάγκης ενιαίας ρύθμισης της υποχρέωσης προς παροχή κοινωφελούς εργασίας, ώστε να καθίσταται πρακτικά εφικτή η εκτέλεσή της[12]. Πάντως, τα ανωτέρω, επιρρωννύονται και από τις αποφάσεις του ανωτάτου ακυρωτικού, οι οποίες είναι μεταγενέστερες της κατάργησης της ανωτέρω ρύθμισης. Συγκεκριμένα, η ΑΠ 954/2015[13], δεν ανέφερε ότι δεν είναι επιτρεπτή η μετατροπή μιας συνολικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αλλά ως κρίσιμο στοιχείο για τη μετατροπή της συνολικής ποινής έθεσε το επιτρεπτό της μετατροπής της ποινής βάσης σε χρηματική. Ακόμη, η ΑΠ 1426/2016[14], όπως θα δούμε και παρακάτω, αντιμετώπισε ζήτημα συνολικής ποινής που είχε μετατραπεί σε παροχή κοινωφελούς εργασίας και δέχτηκε τη δυνατότητα αυτή, αφού αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απλώς για τα ζητήματα του καθορισμού των ωρών και της δικαιοδοσίας προσδιορισμού του τόπου παροχής της κοινωφελούς εργασίας. Πάντως, το ανωτέρω ερώτημα, κρίνεται πλεοναστικό, καθώς δεν προβλέπεται απευθείας μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, χωρίς να έχει μεσολαβήσει μετατροπή της σε χρηματική. Έτσι, δεν τίθεται καν ζήτημα ως προς τη μετατροπή συνολικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αφού αυτή θα πρέπει προηγουμένως να έχει μετατραπεί σε χρηματική[15]. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, είναι επιτρεπτή η έκτιση μιας συνολικής ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας.

Δεύτερον, εφόσον επιτρέπεται η έκτιση μιας συνολικής ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας, κριτήριο για τη μετατροπή της συνολικής ποινής τόσο σε χρηματική όσο και περαιτέρω σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, θα αποτελέσει η μετατροπή της ποινή βάσης ή το ύψος της συνολικής ποινής;

Στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 Ν 1240/1982[16] προβλέπεται ότι η συνολική ποινή μετατρέπεται σε χρηματική ακόμη και αν υπερβαίνει το όριο μετατρεψιμότητας ή περιλαμβάνει αμετάτρεπτες ποινές, αρκεί να μετατρέπεται η ποινή βάσης. Η μετατροπή της συνολικής ποινής, λοιπόν, γίνεται με τους όρους μετατροπής της ποινής βάσης[17]. Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία, έχει καθοριστεί συνολική ποινή, το κρίσιμο για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική, αποτελεί η ποινή βάσης να είναι δεκτική μετατροπής σε χρηματική[18]. Να εμπίπτει, δηλαδή αφενός στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 82 παρ. 1, 10 ΠΚ[19] και αφετέρου να μην απαγορεύει η διάταξη του οικείου εγκλήματος τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική[20]. Επομένως, κριτήριο για τη μετατροπή της συνολικής ποινής, αποτελεί το να υπόκειται σε μετατροπή η ποινή βάσης και όχι η συνολική ποινή, το ύψος της οποίας μπορεί να ξεπερνά το όριο της μετατρεψιμότητας, δηλαδή το όριο των πέντε ετών[21]. Διαφορετικά, δεν μετατρέπεται και η συνολική ποινή[22]. Συνακόλουθα, το κρίσιμο και για τη μετατροπή μιας συνολικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας αποτελεί η μετατροπή της ποινής βάσης[23].

 

Ανακύπτει ζήτημα αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού των ωρών για το πέραν των πέντε ετών χρονικού διαστήματος μέρος του υπολοίπου της ποινής, καθώς στη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 5 ΠΚ, ρυθμίζονται οι ώρες κοινωφελούς εργασίας που αντιστοιχούν έως και σε πέντε έτη. Το θέμα αυτό έλυσε πρόσφατα ο Άρειος Πάγος, με την ΑΠ 1426/2016[46], η οποία δέχτηκε επί λέξει ότι «επί συνολικής ποινής φυλάκισης, που υπερβαίνει τα πέντε έτη και που έχει μετατραπεί σε χρηματική, εφ’ όσον ζητείται η περαιτέρω μετατροπή της σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, το αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως του καταδίκου, οφείλει αφενός μεν να προβεί στον καθορισμό του αριθμού των ωρών εργασίας που πρέπει να παρασχεθούν και αντιστοιχούν, όχι μόνον για το μέρος του χρονικού διαστήματος των πέντε ετών αυτής (της ποινής), αλλά και για το πέραν των πέντε ετών μέρος του υπολοίπου (χρονικού διαστήματος) μέρους της. Και τούτο διότι σε διαφορετική περίπτωση το πέραν των πέντε ετών μέρος της επιβληθείσας ποινής φυλακίσεως, θα παρέμενε ανεπιτρέπτως ανεκτέλεστο (δίκην αμνηστεύσεως, απονομής χάριτος κ.λπ.)». Επιπροσθέτως, διατυπώνεται και η άποψη ότι ενδεχόμενη διαφορετική προσέγγιση, θα οδηγούσε στο ανεπιθύμητο αποτέλεσμα διαφορετικής βαρύτητας συνολικές ποινές πέντε έως δέκα ετών να εκτίονται με τον ίδιο αριθμό ωρών κοινωφελούς εργασίας[47]. Στη λογική αυτή και οι αποφάσεις ΜΕφΚακΑθ 1448/2015 και ΜΕφΚακΑθ 897/2013[48], για τα εκτιτέα δέκα έτη[49], όρισαν χρόνο κοινωφελούς εργασίας 2.400 ώρες (1.200 για κάθε πενταετία). Πρακτικά, λοιπόν, το ζήτημα, του ακριβούς καθορισμού των ωρών για την παροχή της κοινωφελούς εργασίας στην περίπτωση αυτή, ενόψει απουσίας νομοθετικής ρύθμισης, επιλύεται αναγωγικά στα περισσότερα έτη με αθροιστικό υπολογισμό. Για τον υπολογισμό δηλαδή των ωρών στα περισσότερα έτη, ως βάση τίθενται οι 1200 ώρες που αντιστοιχούν στα πέντε έτη και προστίθεται αναλογικά τα υπόλοιπα έτη, με τα οποία σχηματίζεται η συνολική ποινή (π.χ. προκειμένου για συνολική ποινή οκτώ ετών 1200 ώρες για τα πέντε πρώτα + 720 ώρες για τα υπόλοιπα τρία = 1920 ημέρες)[50]. Κατά τα ανωτέρω, παρατίθεται συνοπτικά σε μορφή πίνακα ο τρόπος υπολογισμού των ωρών παροχής κοινωφελούς, για τα εκτιτέα δέκα έτη, προκειμένου για συνολική ποινή φυλάκισης[51]:

Ποινή

Ώρες

Έως ένα έτος

100 έως 240

Από ένα έως δύο έτη

241 έως 480

Από δύο έως τρία έτη

481 έως 720

Από τρία έως τέσσερα έτη

721 έως 960

Από τέσσερα έως πέντε έτη

961 έως 1200

Από πέντε έως έξι έτη

1200 + 100 έως 240

Από έξι έως επτά έτη

1200 + 241 έως 480

Από επτά έως οκτώ έτη

1200 + 481 έως 720

Από οκτώ έως εννέα έτη

1200 + 721 έως 960

Από εννέα έως δέκα έτη

1200 + 961 έως 1200

Τέλος, συνοπτικά, να σημειώσουμε, ότι καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για να αποφανθεί επί αιτήματος μετατροπής συνολικής ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας είναι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο/Εφετείο[52]. Στην πράξη, βέβαια, για λόγους οικονομίας σύνηθες είναι να αποφαίνεται για τη μετατροπή αυτή, το ίδιο το δικαστήριο, που προέβη στον καθορισμό συνολικής ποινής, με μεταγενέστερη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που καθόρισε συνολική ποινή[53]. Ακόμη, κατά των αποφάσεων αυτών δεν χωρεί αναίρεση από τον καταδικασθέντα, με το επιχείρημα ότι αυτές δεν είναι τελειωτικές της κατηγορίας[54]. Μόνον ο Εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή.

Κατηγοριοποίηση των ζητημάτων για τα οποία αποφαίνονται μόνοι οι τακτικοί δικαστές ή από κοινού με τους ενόρκους στις υποθέσεις που εξετάζονται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο. Οι πιο κάτω σκέψεις διατυπώνονται στο σύγγραμμα του Κων/νου Φράγκου με τον τίτλο ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ έκδοση Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων 2008, σελ.196 – 199.

 

Πριν τη συγκρότηση του μικτού ορκωτού με ενόρκους είναι εντός της αρμοδιότητας των τακτικών δικαστών η εξέταση των εξής ζητημάτων:

α) της ταυτότητας του κατηγορουμένου (αρθρ.405§1α ΚΠΔ)

β)της αρμοδιότητας ή μη του ΜΟΔ εφόσον προβληθεί σχετική ένσταση και σε περίπτωση του το δικαστήριο (οι τακτικοί δικαστές) κρίνει εαυτό αναρμόδιο αποφαίνεται και για την άρση ή την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης του κατηγορουμένου (αρθρ.405§1ε, 408 ΚΠΔ).

γ) της νομιμοποίησης της παράστασης πολιτικής αγωγής ή του αστικώς υπευθύνου (αρθρ.405§1γ, 408 ΚΠΔ)

δ)της έγκυρης εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο καθώς και για τα διαδικαστικά ζητήματα που αφορούν τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας (αρθρ.405§1δ, 408 ΚΠΔ)

ε)των παρεμπιπτόντων νομικών ζητημάτων που εμφανίζονται και εξετάζονται στην αρχή της διαδικασίας ή και στη διάρκεια της συζήτησης (συνεκδίκαση, χωρισμός συναφών εγκλημάτων, νομιμότητα της σύνθεσης των τακτικών δικαστών, η συνδρομή του ακαταδίωκτου των εγκλημάτων κατά το άρθρο 9 ΠΚ, η συνδρομή έμπρακτης μετάνοιας, παραγραφής, αμνηστείας, η τύχη των κατεσχεθέντων, η ανάγνωση ή μη μαρτυρικής κατάθεσης) βλ. αρθρ.405§1ε, 408 ΚΠΔ.

στ) της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 471§1 ΚΠΔ και την αναστολή εκτέλεσης της ποινής κατά το άρθρο 471§2 ΚΠΔ.

ζ) της ανάκλησης της αναστολής κατά το άρθρο 101§1 ΠΚ.

η)των αστικών απαιτήσεων του κατηγορουμένου κατά το άρθρο 71 ΚΠΔ και της αποζημίωσης εκείνων που άδικα καταδικάστηκαν ή κρατήθηκαν προσωρινά και αθωωθέντων τελικά κατηγορουμένων ή καταδικασθέντων με μικρότερη ποινή από το χρόνο που κρατήθηκαν προσωρινά (αρθρ.405§1η, 408, 533 επ. ΚΠΔ).

θ)της εξαίρεσης ή αποχής δικαστικών προσώπων πλην ενόρκων (αρθρ.20 επ. ΚΠΔ).

ι)οποιωνδήποτε ζητημάτων προκύψουν από την απουσία του κατηγορουμένου (αρθρ.291, 297, 298, 302, 314, 321, 340, 346, 376, 402, 405, 408, 432, 435 ΚΠΔ).

κ)της κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης λόγω έλλειψης αίτησης, άδειας, έγκλησης, για την ανάκληση της έγκλησης, της παραίτησης από του δικαιώματος αυτής, του έγκυρου και εμπρόθεσμου της έγκλησης, του δεδικασμένο, της εκκρεμοδικίας, της παραγραφής, της αμνηστείας και γενιά κάθε ζητήματος που συνεπάγεται το απαράδεκτο ή την οριστική παύση της ποινικής δίωξης (αρθρ.370, 405§2, 408 ΚΠΔ).

λ) της οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης ερευνώντας  και τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων π.χ εγκυρότητα της ανάκλησης ή παραίτησης από την έγκληση και της αποδοχής (αρθρ.370, 405§2, 408 ΚΠΔ).

μ) της αναβολής της δίκης για οποιαδήποτε αιτία (αρθρ.348-349 ΚΠΔ).

ν)της διακοπής της δίκης (αρθρ.348, 375 ΚΠΔ). Ωστόσο για την αναβολή ή τη διακοπή αποφαίνονται μόνοι οι δικαστές  υποβλήθηκε αίτημα ή ανέκυψε τέτοιο ζήτημα πριν τη συγκρότηση του μικτού, που ολοκληρώνεται με την όρκιση των κληρωθέντων ενόρκων, άλλως αποφαίνεται επί αυτών το μικτό δικαστήριο. Έτσι σε περίπτωση αναβολής ή διακοπής της δίκης οι τακτικοί δικαστές αποφαίνονται  και επί του υποβληθέντος αιτήματος της άρσης ή αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους.

ξ)της τιμωρίας των λιπενόρκων και για οποιαδήποτε ζήτημα για κάθε νέα απουσία του ίδου 12ημέρου και οποιοδήποτε ζήτημα ανακύπτει και αφορά τους ενόρκους (αρθρ.388-400, 408 ΚΠΔ).

ο) της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής σε περίπτωση αναβολής (αρθρ.405§1στ’, 471§2, 497§2 ΚΠΔ).

π) των ιδιωτικών απαιτήσεων αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης ή της παραπομπής αυτών στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο κατά το άρθρο 65 ΚΠΔ (αρθρ.371§3, 406 ΚΠΔ).

ρ) της συνδρομής των όρων του άρθρου 344 ΠΚ και της αποδοχής της δήλωσης του θύματος στο έγκλημα του βιασμού, εφόσον το εν λόγω ζήτημα προκύψει πριν την κλήρωση των ενόρκων άλλως αποφασίζει το συγκροτηθέν μικτό δικαστήριο.

 

Οι τακτικοί δικαστές και μετά τη συγκρότηση του μικτού δικαστηρίου με την κλήρωση και όρκιση των ενόρκων, παραμένουν αποκλειστικά μόνοι αρμόδιοι να αποφανθούν για τα ζητήματα που θα ανακύψουν ή θα προβληθούν και μετά τη συγκρότηση του μικτού δικαστηρίου, όπως όλων των παραπάνω, εξαιρέσει εκείνων υπό στοιχεία β’, μ’, ν’, ρ’, επί των οποίων αποφασίζουν από κοινού με τους ενόρκους. Επίσης από κοινού με τους ενόρκους και όχι μόνο οι τακτικοί δικαστές αποφασίζουν πλην των παραπάνω ζητημάτων υπό στοιχεία β’, μ’, ν’, ρ’ και για τα πιο κάτω ζητήματα;       

-          για την τέλεση ή μη της πράξης τετελεσμένης ή σε απόπειρα και υπό ποια μορφή και βαρύτητα και για το αν υπάρχουν τυχόν απαιτούμενες ιδιότητες ή σχέσεις

-          για τη συνδρομή ή μη των λόγων άρσης ή αποκλεισμού ή ελάττωσης του καταλογισμού

-          για τη συνδρομή ή μη ελαφρυντικών

-          για την επιβολή και συγχώνευση σε συνολική ποινή

-          για την μετατροπή ή αναστολή των ποινών (κύριων ή παρεπόμενων)

-          για την αφαίρεση του χρόνου προσωρινής κράτησης

-          για την ανασταλτική δύναμη του ένδικου μέσου που θα ασκηθεί

-          για την επιβολή των δικαστικών εξόδων

-          για τη δημοσίευση στον τύπο της απόφασης, όπου αυτό προβλέπεται